Για έκτη χρονιά η εφημερίδα μας φιλοξενεί διηγήματα, και φέτος αναφέρονται στο ταξίδι. Ταξίδι είναι η γνωριμία με έναν καινούργιο τόπο, είτε στη χώρα μας είτε στο εξωτερικό. Αποτελεί μια διαφυγή, μια δραπέτευση από την καθημερινότητα. Ο ταξιδιώτης γνωρίζει μαθαίνει συνομιλεί με ανθρώπους μαθαίνει νέα πράγματα και ανοίγει τους ορίζοντες της ζωής του. Ανθρωποι που έχουν ταξιδέψει έχουν μεγαλύτερη πείρα στην επίλυση των προβλημάτων και είναι πιο ευέλικτοι στους χειρισμούς τους.
Κάποτε οι συγγραφείς έγραφαν κατά παραγγελία ανέκδοτα διηγήματα σε εφημερίδες, περιοδικά και διαβάζονταν με μεγάλη αγάπη. Μετά επικράτησε η μόδα να γράφονται νουβέλες και μυθιστορήματα που γίνονταν βιβλία και τα αποκαλούσαν ταξιδιωτικά βιβλία. Ακόμη και σήμερα, που από την οθόνη μαθαίνουμε τόσα πράγματα, δεν έχουμε τη σχέση με αυτά που γράφει ο συγγραφέας και μας διηγείται. Είναι η γλώσσα της ψυχής που γοητεύει την ψυχή και αγκαλιάζει τη θέρμη της ύπαρξής μας.
Τριάντα επτά σύγχρονοι Ελληνες συγγραφείς μάς ταξιδεύουν και μας δροσίζουν με την πένα τους. Οι περιγραφές των ταξιδιών μέσα από τη γραφή αποκτούν μια νέα δυναμική, αφού το προσωπικό ύφος των δημιουργών μάς δίνει την ευκαιρία να απολαύσουμε τις διηγήσεις και τις αφηγήσεις.
Κάθε εφημερίδα είναι εστία πολιτισμού. Η δική μας εφημερίδα αγαπά το βιβλίο και σας χαρίζει υπέροχες στιγμές με τα καλοκαιρινά αναγνώσματα.
Σας καλωσορίζουμε στον κόσμο της γραφής.
Περιπέτειες στο Παρίσι

Γιάννης Η. Παππάς
Είχαμε περίπου πέντε μήνες που είχαμε πάει για σπουδές στην Ιταλία. Χειμώνας του 1983, σε ένα φοιτητικό δωμάτιο, κάπου στο Torre a Mare, ένα παραθαλάσσιο χωριό, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Μπάρι. Τέσσερα νέα παιδιά 19 χρονών πίναμε, καπνίζαμε και συζητούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Σε μια στιγμή ο Γιώργος ρίχνει μια ιδέα. «Ρε μαλάκες, πάμε εκδρομή στο Παρίσι; Εχω έναν ξάδερφο εκεί που σπουδάζει Ωκεανολογία και μου είπε να πάω όποτε θέλω». Για πότε εκσφενδονίστηκαν κατά πάνω του μαξιλάρια, τασάκια και άλλα είδη, ούτε ο ίδιος δεν το κατάλαβε.
Αυτός όμως επέμενε. «Ρε σεις, μόνο τα εισιτήρια θα πληρώσουμε. Ολα τ’ άλλα είναι καλυμμένα. Υπνος στη φοιτητική εστία που μένει ο Πάνος», έτσι λέγανε τον ξάδερφο, «φαΐ στη φοιτητική λέσχη και όλα κομπλέ. Εγώ λέω να το σκεφτούμε».
Δεν το συνεχίσαμε, αλλά την άλλη μέρα το πρωί το κουβεντιάσαμε καλύτερα και για να πω την αλήθεια μας καλάρεσε η ιδέα. Ηταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να πάμε στην πόλη του φωτός, στην πόλη του πολιτισμού, του Μάη του ‘68 και της Γαλλικής Επανάστασης, είμαστε και αριστεροί τρομάρα μας τότε.
Για να μην το μετανιώσουμε πήγαμε κατευθείαν και βγάλαμε εισιτήρια στον σιδηροδρομικό σταθμό. Μετά από δύο μέρες βρισκόμαστε μέσα στο τρένο με προορισμό το Παρίσι, με ενδιάμεσο σταθμό το Τορίνο.
Πιάσαμε ένα κουπέ οι τέσσερίς μας. Τρεις θέσεις από τη μία πλευρά, τρεις από την άλλη, με χώρο για αποσκευές και πόρτα που έκλεινε αν το ήθελες.
Φυσικά δεν αφήναμε κανέναν να μπει. Αν έμπαινε κάποιος κάναμε οποιαδήποτε μαλακία για να φύγει. Φωνές, ρεψίματα, κλανιές.
Φτάσαμε πρωί στο Τορίνο και είχαμε δυο-τρεις ώρες ελεύθερο χρόνο για να πάρουμε το τραίνο για το Παρίσι.
Βγήκαμε βόλτα στην πόλη, όπου επικρατούσε κρύο και ομίχλη.
Το μεσημέρι πήραμε το τραίνο για Παρίσι. Μόλις περάσαμε τα σύνορα με τη Γαλλία κάναμε μια μικρή στάση στη Λυών και από κει κατευθείαν για το Παρίσι.
Φτάσαμε στην πόλη του φωτός στις 10 το βράδυ. Μπαίνοντας στον σταθμό Gare de nord αισθάνεσαι σαν τον επαρχιώτη στην Ομόνοια, που λέγαμε παλιά. Πάθαμε πολιτιστικό σοκ. Τώρα έπρεπε με κάποιον τρόπο να πάμε στη Cite Universite, όπου έμενε ο ξάδερφος του Γιώργου. Το μόνο που ξέραμε ήταν ότι έμενε στο Ελληνικό Σπίτι μέσα στην Πανεπιστημιούπολη.
Πήγαμε στους αστυνομικούς του σταθμού για να μας βοηθήσουν, αλλά δεν μιλούσαν καλά αγγλικά, με αποτέλεσμα η συνεννόηση να είναι πολύ δύσκολη. Στο τέλος καταλάβαμε ότι με τη διεύθυνση που είχαμε θα παίρναμε ένα ταξί και θα μας πήγαινε στην περιοχή.
Πήγαμε στην πιάτσα των ταξί και θέλαμε να μπούμε και οι τέσσερις σε ένα αυτοκίνητο. Δεν ξέραμε πως στη Γαλλία τότε δεν βάζανε επιβάτη μπροστά, καθώς υπήρχε διαχωριστικό τζάμι ανάμεσα στον οδηγό και στους πίσω επιβάτες. Οι τρεις μπαίνουνε στο πρώτο ταξί και εγώ μόνος μου στο δεύτερο, χωρίς να έχω και χρήματα. Τρομοκρατημένος κάνω νόημα στον ταξιτζή να ακολουθήσει το μπροστινό, προσέχοντας συνέχεια να μην το χάσουμε από τα μάτια μας.
Με τα πολλά φτάσαμε στην Cite Universite.Τα ταξί μάς άφησαν στην κεντρική είσοδο, αλλά το πρόβλημα ήταν πώς να επικοινωνήσουμε με τον Πάνο. Κινητά δεν υπήρχαν. Η ώρα είχε πάει 11 κι έκανε και ένα ψοφόκρυο. Φλεβάρης μήνας. Εκεί, στο στενό δρομάκι, μπροστά στο ελληνικό σπίτι που περιμέναμε, είχαμε καλύψει τα πρόσωπά μας με τα κασκόλ και κάναμε επιτόπια πηδηματάκια για να ζεσταθούμε. Οι λίγοι άνθρωποι που περνούσαν μόλις μας έβλεπαν άλλαζαν, φοβισμένοι, δρόμο.

Η ώρα περνούσε και φως δεν φαινόταν από πουθενά. Κάποια στιγμή περνάνε δύο φοιτητές από την Τυνησία, όπως μάθαμε μετά, οι οποίοι επέστρεφαν από ένα πάρτι και μας είπαν να ρωτήσουμε κάποιους Ελληνες που έρχονταν πιο πίσω. Μόλις ήρθαν οι Ελληνες μάθαμε ότι ο Πάνος δεν μένει στο Ελληνικό Σπίτι, αλλά στο Μεξικάνικο.
Πήγαμε και καθίσαμε απ’ έξω από το σπίτι περιμένοντας τον Πάνο. Η κεντρική πόρτα ήταν κλειστή. Μετά από αρκετή ώρα τον βλέπουμε να έρχεται από το βάθος του δρόμου. Χαρές, πανηγύρια, γιατί μας είχε πιάσει απελπισία. Ο Πάνος ξαφνιάστηκε που μας είδε, γιατί μας περίμενε την επόμενη μέρα.
Ετσι, όλοι πήγαμε στο Μεξικάνικο σπίτι. Ο θυρωρός, αν και γνώριζε τον Πάνο, μας άνοιξε με τα χίλια ζόρια. Ομως, το πρωί θα έπρεπε να φεύγουμε κατά τις 8 για να μην μας βρίσκουν οι καθαρίστριες στο δωμάτιο, αφού δεν επιτρεπόταν η φιλοξενία άλλων ατόμων πέραν του νόμιμου ενοίκου. Πέσαμε ξεροί για ύπνο και το πρωί, πριν τις 8, φύγαμε για να περιπλανηθούμε στην πόλη. Πήγαμε στον Πύργο του Αϊφελ, στην Αψίδα του Θριάμβου. Περάσαμε από το σπίτι που αυτοκτόνησε ο μαρξιστής διανοούμενος Νίκος Πουλατζάς, κάναμε πολλές βόλτες στον Σηκουάνα και καταλήξαμε στο Ελληνικό Σπίτι.
Ενα βράδυ πήγαμε στο Pigalle, μια περιοχή γύρω από την πλατεία Πιγκάλ, που τότε φημιζόταν για την έντονη νυχτερινή ζωή και την παρουσία ιερόδουλων.
Περπατώντας, λοιπόν, στον δρόμο ανακαλύπτουμε πως μέσα σε πολυτελή αυτοκίνητα υπήρχαν γυναίκες χωρίς εσώρουχο οι οποίες σε παίρνανε με το δικό τους αυτοκίνητο, σε πηγαίνανε σε ξενοδοχείο και μετά σε μεταφέρανε όπου ήθελες εσύ. Εμείς φυσικά δεν είχαμε τα χρήματα που χρειάζονταν, και ήταν αρκετά, για να το κάνουμε όλο αυτό, αλλά πήραμε μια γεύση, αφού περάσαμε καμιά δεκαριά φορές πάνω κάτω για να δούμε το μαύρο που ξεχώριζε ή το αφήνανε να ξεχωρίζει ανάμεσα στα πόδια τους οι γυναίκες αυτές.
Αύριο διήγημα από τον Γιώργο Πύργαρη

