
Η κοινωνική αδικία παρουσιάζεται ως φυσικός νόμος, η συγκέντρωση πλούτου ως κίνητρο προόδου και η περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας ως παράπλευρη απώλεια ενός συστήματος που όμως «λειτουργεί». Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: Tάχα μπορεί να υπάρξει μια άλλη μορφή ρεαλισμού που να μην ταυτίζεται με την αποδοχή της αδικίας; Ο «ρεαλισμός» στη σύγχρονη πολιτική γλώσσα λειτουργεί συχνά ως ιδεολογικό εργαλείο.
Το «δεν γίνεται αλλιώς» σημαίνει «δεν θέλουμε να γίνει αλλιώς». Γιατί αυτός ο ρεαλισμός είναι συνδεδεμένος με μια οικονομική λογική που στηρίζει στην αγορά τη ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων. Κατ’ αυτήν τη λογική, η ανισότητα θεωρείται φυσική συνέπεια, η κοινωνική κινητικότητα ατομική ευθύνη και το κράτος έχει ρόλο διαχειριστή, όχι μετασχηματιστή. Αυτή η αντίληψη είναι αντίθετη με τη φιλοσοφική παράδοση που βλέπει την κοινωνία όχι ως φυσικό φαινόμενο, αλλά ως πεδίο ηθικής επιλογής.
Ο Σωκράτης δεν αποδέχτηκε ποτέ ότι η ισχύς καθορίζει το δίκαιο, αλλά ότι η Δικαιοσύνη είναι υπεράνω συμφερόντων. Πιο μετά ο Διαφωτισμός μας είπε ότι η κοινωνία δεν είναι δεδομένη, αλλά κατασκευή. Στο έργο του Rousseau, η ανισότητα δεν είναι φυσική αλλά ιστορική και δημιουργείται μέσα από θεσμούς που μπορούν να αλλάξουν. Ο σύγχρονος όμως πολιτικός ρεαλισμός, τέκνο του Μακιαβέλι, υποστηρίζει ότι η πολιτική πρέπει να βασίζεται στη δύναμη και όχι στην ηθική. Η εξουσία δεν χρειάζεται ιδεαλισμούς.
Η οικονομική ανισότητα διαβρώνει τη δημοκρατία, καθώς η πολιτική εξουσία συγκεντρώνεται στους λίγους. Αρα, μήπως ο πραγματικός ρεαλισμός δεν είναι η αποδοχή της αδικίας, αλλά η κατανόηση των συνεπειών της. Για αιώνες, η δουλεία θεωρούταν οικονομικά απαραίτητη. Οι υπερασπιστές της έλεγαν ότι η κατάργησή της θα κατέστρεφε την οικονομία. Κι όμως, καταργήθηκε – και η κοινωνία μετασχηματίστηκε.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η ιδέα ότι το κράτος πρέπει να παρέχει Υγεία, Παιδεία και κοινωνική προστασία θεωρούνταν ουτοπική. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε πραγματικότητα σε πολλές χώρες. Η ανισότητα των φύλων παρουσιαζόταν ως φυσική. Σήμερα, αν και δεν έχει εξαλειφθεί, αμφισβητείται σε παγκόσμιο επίπεδο. Κάθε μία από αυτές τις αλλαγές ξεκίνησε ως «μη ρεαλιστική». Ας μη γελιόμαστε. λοιπόν. Οταν η αδικία ονομάζεται «αναγκαιότητα», απογυμνώνεται από την ηθική της διάσταση.
Ο αντίλογος, επομένως, δεν είναι μόνο πολιτικός – είναι και γλωσσικός. Πρέπει να επανανοηματοδοτήσουμε τις έννοιες: Ανισότητα δεν είναι «κίνητρο», αλλά πρόβλημα. Φτώχεια δεν είναι «αποτυχία», αλλά κοινωνική συνθήκη. Ανταγωνισμός δεν είναι πάντα πρόοδος. Ενας από τους βασικούς πυλώνες του αντίλογου είναι η έννοια της ευθύνης. Αν αποδεχτούμε ότι η κοινωνία είναι ανθρώπινη κατασκευή, τότε φέρουμε ευθύνη για τη μορφή της. Που σημαίνει ότι οι πολιτικές επιλογές έχουν ηθικές συνέπειες, η ουδετερότητα είναι συχνά συνενοχή κι η αποδοχή της αδικίας ως «ρεαλισμού» είναι μορφή παραίτησης.

