Τότε, στα βραχώδη πρανή του Ιερού Βράχου, μικρές κουκουβάγιες, μόνιμοι κάτοικοί του, εμφανίζονται σαν σιωπηλοί φύλακες της σοφίας που η πόλη απέδωσε κάποτε στη θεά Αθηνά. Πάνω στον Ιερό Βράχο, το μονοετές φυτό Auriniasaxatilis επιμένει αιώνες τώρα να φυτρώνει κοντά στο Ερέχθειο, εκεί όπου, σύμφωνα με την παράδοση, κατοικούσαν οι ιεροί όφεις της Αθηνάς. Ακόμη πιο συμβολική είναι η καταγραφή δύο ειδών φιδιών, του σπιτόφιδου και της σαΐτας, στο κέντρο της Αθήνας, ως υπόμνηση της αρχαίας λατρείας των όφεων.

Ανάμεσα στα πιο κοινά είδη της Ακρόπολης και της Αρχαίας Αγοράς δεσπόζει η ελιά, συνδεδεμένη με τον μύθο της αναγέννησης, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παρουσία του κολεόπτερου (Eutageniasmyrnensis), το οποίο, όπως εξηγούν οι επιστήμονες, πιθανότατα έφθασε στον Ιερό Βράχο κατά τη μεταφορά μαρμάρων, καθώς έως πρόσφατα το δυτικότερο όριο εξάπλωσής του εθεωρείτο η Πάρος.
Αυτή η αδιάκοπη συνύπαρξη φύσης και πολιτισμού επί χιλιετίες αποτελεί τον πυρήνα του πρωτοπορικού διεθνώς προγράμματος ΒΙΑΣ (Βιοποικιλότητα στους Αρχαιολογικούς Χώρους), που αντλεί το όνομά του από έναν από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, τον Βία τον Πριηνέα. Το έργο ΒΙΑΣ Ι, που υλοποιήθηκε στο πλαίσιο συνεργασίας του υπουργείου Πολιτισμού, του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, του ΟΦΥΠΕΚΑ και του ΕΚΠΑ, ανέδειξε μια ολιστική προσέγγιση του πολιτιστικού τοπίου.

Η παρουσίαση των αποτελεσμάτων του έργου «ΒΙΑΣ Ι», το οποίο χρηματοδοτήθηκε από τον ΟΦΥΠΕΚΑ και υλοποιήθηκε από το Τμήμα Βιολογίας του ΕΚΠΑ, με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Ζωικής Ποικιλότητας, Παναγιώτη Παφίλη, ανέδειξε την καταγραφή 10.460 ειδών χλωρίδας και πανίδας σε 20 εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους, όπως η Ακρόπολη, οι Δελφοί και η Δήλος. Σημειώνεται ότι τα αποτελέσματα του ΒΙΑΣ Ι είχαν ανακοινωθεί σε σχετική ημερίδα και σε έναν εξαιρετικά επιμελημένο τόμο (εκδ. BrokenHill).«Η σημασία των αρχαιολογικών οικοτόπων είναι εντυπωσιακή», είχε τονίσει τότε η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, η οποία και πρότεινε το συγκεκριμένο έργο, επισημαίνοντας ότι, ενώ αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1% της ελληνικής επικράτειας, φιλοξενούν σχεδόν το 11% της ελληνικής βιοποικιλότητας.
«ΒΙΑΣ ΙΙ»
Το πρόγραμμα συνεχίζεται με το ΒΙΑΣ ΙΙ, που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη και διευρύνει το ερευνητικό πεδίο σε 36 αρχαιολογικούς χώρους πανελλαδικά, από Μυκήνες και Κνωσό έως Βεργίνα και Αμφίπολη, και νησιωτικούς τόπους, όπως το Καστελόριζο και το Αγαθονήσι. Συγκεκριμένα, το ΒΙΑΣ ΙΙ δεν περιορίζεται μόνο στην καταγραφή της σύγχρονης χλωρίδας και πανίδας, αλλά περιλαμβάνει και τη μελέτη της παρουσίας φυτών και ζώων από την αρχαιότητα έως τον 18ο αιώνα, την οποία αναλαμβάνει το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του ΕΙΕ, μέσω ιστορικών πηγών.
«Σε περίπου έναν μήνα οι πρώτοι ερευνητές θα πραγματοποιήσουν επισκέψεις στους αρχαιολογικούς χώρους», σημειώνει στον «Ε.Τ.» ο επιστημονικός υπεύθυνος του ΒΙΑΣ, καθηγητής του ΕΚΠΑ, Παναγιώτης Παφίλης, τονίζοντας ότι τόσο το ΒΙΑΣ Ι όσο και το ΒΙΑΣ ΙΙ αποτελούν διεπιστημονικές έρευνες, με ανάδοχο το ΕΚΠΑ, σε συνεργασία με άλλα πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα.
Οσον αφορά τα δύο κύρια συμπεράσματα του ΒΙΑΣ, ο κ. Παφίλης μας εξηγεί ότι το πρώτο κινείται σε τεχνικό επίπεδο και αφορά το γεγονός πως οι αρχαιολογικοί χώροι, «ως οι παλαιότερες θεσμικά προστατευμένες περιοχές της χώρας, έτυχαν ιδιαίτερα αποτελεσματικής προστασίας». Σε πολλούς χώρους πραγματοποιήθηκαν μεγάλης κλίμακας ανθρώπινες παρεμβάσεις, όπως στην Ακρόπολη και την Αρχαία Αγορά, με αποτέλεσμα να προστατευθούν ταυτόχρονα πολλαπλά στοιχεία των χώρων.
«Ενα από αυτά ήταν και η βιοποικιλότητα», η οποία, όπως μας εξηγεί ο καθηγητής, διατηρήθηκε χωρίς να υπήρχε τότε η γνώση περί προστασίας βιοποικιλότητας. Το δεύτερο συμπέρασμα σχετίζεται με την έννοια του «πολιτισμικού τοπίου», όπως έχει εισαχθεί από την UNESCO, δηλαδή τη σύνθεση του φυσικού τοπίου με τις ανθρώπινες δραστηριότητες. «Και σε αυτό το πεδίο η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι ξερολιθιές, ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στα Ζαγόρια, είναι ανθρώπινες κατασκευές που έχουν διαμορφώσει το τοπίο και ταυτόχρονα λειτουργούν ως καταφύγια για πλήθος ειδών».
Στη συζήτησή μας, ο κ. Παφίλης επεκτείνει την προσέγγιση του προγράμματος, περιγράφοντάς το ως μια δυνατότητα να «ταξιδέψουμε» στον χρόνο, σαν χρονοκάψουλα: «Μας επιτρέπει να δούμε τη φύση, τα ζώα και το τοπίο όπως ακριβώς τα έβλεπαν οι Μινωίτες στη Φαιστό και την Κνωσό, οι άνθρωποι των βυζαντινών χρόνων στον Μυστρά και στο Γεράκι Λακωνίας ή οι κάτοικοι των ρωμαϊκών χρόνων στη Νικόπολη».

Με αυτές τις σκέψεις κι εν αναμονή των νέων αποτελεσμάτων του ΒΙΑΣ ΙΙ, ο «Ε.Τ» ταξιδεύει σε ορισμένες από τις πιο εντυπωσιακές «νησίδες ζωής» που, όσο σιωπηλές κι αν μοιάζουν, σφύζουν από ζωή. Καθρέπτης των μελετών του πρώτου προγράμματος, ο τελικός κατάλογος των «μοναδικών» ειδών παραμένει εντυπωσιακός: 4.399 είδη!
ΔΗΛΟΣ
267 είδη φυτών, 233 είδη ζώων

Το ιερό νησί του Απόλλωνα, αν και σήμερα φαντάζει έρημο στα μάτια του επισκέπτη, φιλοξενεί, όπως αναφέρεται στον τόμο, 267 είδη φυτών και 233 είδη ζώων. Η βλάστηση της Δήλου ακολουθεί το τυπικό πρότυπο των Κυκλάδων. Ανάμεσα στα σημαντικότερα φυτικά είδη συγκαταλέγονται τα ελληνικά ενδημικά Crepisneglecta L. subsp. graeca και Silenesartorii. Ποιος να το περίμενε από το άνυδρο νησί του Απόλλωνα, ανοιχτές αρχαίες δεξαμενές σχηματίζουν οάσεις ζωής… Φιλοξενούν βάτραχους, υδρόβια έντομα και σαύρες, ενώ η Δήλος αποτελεί σταθμό για μεταναστευτικά πουλιά, όπως ο απειλούμενος πορφυροτσικνίας, από τις μικρασιατικές ακτές και τα παράκτια έλη.

ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ
Νυχτερίδες και φίδια

Κέντρο λατρείας του Ασκληπιού, όπου πριν από χιλιετίες συνέρρεαν ασθενείς από ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο αναζητώντας ίαση. Το ήπιο τοπίο της Επιδαύρου, με κυπαρίσσια, πικροδάφνες, πεύκα, εκτεταμένους ελαιώνες και πλούσια ποώδη βλάστηση, συνθέτει ένα φυσικό περιβάλλον που φιλοξενεί σημαντική ποικιλία άγριας πανίδας. Στην περιοχή καταγράφονται τσακάλια και οκτώ είδη νυχτερίδων, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρουσία πλούσιων πληθυσμών της ενδημικής ανατολικής τσαπερδόνας.

Εντυπωσιακή είναι και η καταγραφή οκτώ ειδών φιδιών, ανάμεσά τους και ο λαφιάτης του Ασκληπιού, γεγονός που προσδίδει έντονο συμβολισμό στον χώρο, καθώς τα φίδια αποτελούσαν ιερά ζώα του θεού της Ιατρικής, σύμβολα ίασης αλλά και θανάτου. Ο λαφιάτης συνοδεύει τις εικονογραφικές αναπαραστάσεις τόσο του Ασκληπιού όσο και της κόρης του, Υγείας.
ΔΕΛΦΟΙ
Το υδρόβιο σαλιγκάρι και η ενδημική λιβελούλα

Οι Δελφοί ξεχωρίζουν όχι μόνο για την ιστορία τους, αλλά και για ένα εύρημα ιδιαίτερης σημασίας για τη σύγχρονη έρευνα της βιοποικιλότητας. Η σημαντικότερη καταγραφή του προγράμματος ΒΙΑΣ αφορά την ανακάλυψη ενός μικροσκοπικού υδρόβιου σαλιγκαριού του γένους Islamia στην πηγή Κερνά, το οποίο, σύμφωνα με τις πρώτες επιστημονικές αναλύσεις, φαίνεται να αποτελεί είδος νέο για την επιστήμη.

Στον «ομφαλό της Γης», εκεί όπου κατά τη μυθολογία συναντήθηκαν οι δύο αετοί του Δία και λειτούργησε το διάσημο μαντείο της αρχαιότητας, αναβλύζουν πολυάριθμες πηγές. Η πιο γνωστή, η Κασταλία, υπήρξε η ιερή κρήνη εξαγνισμού των επισκεπτών πριν από την είσοδό τους στο ιερό. Σήμερα σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η πρώτη επιστημονική περιγραφή του ενδημικού υποείδους λιβελούλας (Cordulegasterhelladicakastali). Ιδιαίτερη θέση στη χλωρίδα των Δελφών κατέχει η δάφνη, ιερό φυτό αφιερωμένο στον Απόλλωνα.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Φωτογραφικό Αρχείο ΒΙΑΣ / ΟΦΥΠΕΚΑ

