Η υπεραπόδοση του πρωτογενούς πλεονάσματος το 2025, δεν χρηματοδότησε μόνο τα μέτρα που ανακοινώθηκαν χθες, αλλά αφήνει «μαγιά» και για το «πακέτο» των μόνιμων ελαφρύνσεων και εισοδηματικών ενισχύσεων που προγραμματίζει να εξαγγείλει η κυβέρνηση τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.
Σημαντικό μέρος του περυσινού υπερπλεονάσματος των 3 δισ. ευρώ, έχει μόνιμα χαρακτηριστικά, τα οποία δεν δημιουργούν «χώρο» μόνο για το 2026 αλλά και για τα επόμενα έτη.
Από τα 1,2 δισ. ευρώ που ήταν τα επιπλέον έσοδα τα οποία προστέθηκαν στον προϋπολογισμό του 2025, μεταξύ Νοεμβρίου 2025 και Απριλίου 2026, συμφωνήθηκε με τις Βρυξέλλες ότι τα 200 εκατ. ευρώ είναι μόνιμου χαρακτήρα, καθώς προέρχονται από τη μάχη κατά της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής. Συγκεκριμένα, τα 120 εκατ. ευρώ πιστώθηκαν στην επέκταση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας, τα 33 εκατ. ευρώ στην απόδοση του Ψηφιακού Πελατολογίου σε συνεργεία, πλυντήρια αυτοκινήτων, πάρκινγκ και τα υπόλοιπα στην αύξηση της φορολογίας των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών.
Στο σκέλος των δαπανών του προϋπολογισμού του 2025, σημειώθηκε υποεκτέλεση 1,7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 600 εκατ. ευρώ κρίθηκε ότι αφορούν σε εξοικονομήσεις μόνιμου χαρακτήρα, προερχόμενες από το συμμάζεμα Νομικών Προσώπων του Δημοσίου, όπως το Κτηματολόγιο κι από το οριζόντιο νοικοκύρεμα στα έξοδα όλων των υπουργείων.
Αυτό το σύνολο των 800 εκατ. ευρώ (200 εκατ. ευρώ από τα έσοδα και 600 εκατ. ευρώ από τις δαπάνες) δεν διευκόλυνε, απλώς το οικονομικό επιτελείο για τα μέτρα αντιμετώπισης της νέας κρίσης, αλλά διεύρυνε και τον δημοσιονομικό χώρο του 2027. Υπό κανονικές συνθήκες, αυτά τα 800 εκατ. ευρώ, θα προσαύξαναν τον ήδη «κλειδωμένο» δημοσιονομικό χώρο των 800 εκατ. ευρώ, δίνοντας έτσι περιθώρια ελαφρύνσεων 1,6 δισ. ευρώ από το βήμα της ΔΕΘ για το 2027. Ωστόσο, ήδη τα 600 εκατ. ευρώ έχουν δαπανηθεί για τα μέτρα ενάντια στην ενεργειακή κρίση, αφήνοντας τελικά έναν «κουμπαρά» 1 δισ. ευρώ για τη ΔΕΘ.
Τα μέτρα που προκρίνονται
Αν και η ΔΕΘ είναι ακόμα πολύ μακριά, τα σχέδια επί χάρτου δεν λείπουν από το τραπέζι του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης.
Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται αυτή τη φορά η φορολογική ελάφρυνση των επιχειρήσεων, με το σκεπτικό ότι οι υγιείς επιχειρήσεις μπορούν να υποστηρίξουν και υψηλότερους μισθούς για τους εργαζόμενους τους. Με αυτό το σκεπτικό, δεδομένη θα πρέπει να θεωρείται η μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος κάτω από το 55%. Επιπλέον, εξετάζονται η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και για τα νομικά πρόσωπα, καθώς και η περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, δηλαδή των ασφαλιστικών εισφορών κατά τουλάχιστον 1 ποσοστιαία μονάδα, κάτι που δεν ελαφρύνει μόνο τις επιχειρήσεις αλλά θα αυξήσει εμμέσως και τους μισθούς.
Με δεδομένο ότι ήδη ανακοινώθηκε η αύξηση του ετήσιου επιδόματος των συνταξιούχων, καθώς και η διεύρυνση των δικαιούχων επιστροφής ενοικίου, η προσοχή στρέφεται επίσης στο πώς θα μπορούσε να μειωθεί και το φορολογικό βάρος για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, ως κίνητρο για την αύξηση των διαθέσιμων κατοικιών αλλά και τη συγκράτηση των μισθωμάτων.
Μεταξύ των μέτρων για τα οποία εκπονούνται σενάρια εργασίας, είναι νέες διορθωτικές κινήσεις στον ΕΝΦΙΑ, με δεδομένο ότι κάποια στιγμή εντός του 2027 θα πρέπει να γίνει αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, ενώ συζητούνται και νέες παρεμβάσεις στην κλίμακα φορολογίας των ενοικίων καθώς και σημαντικές βελτιωτικές κινήσεις στις διατάξεις για την τεκμαρτή φορολόγηση των αυτοαπασχολουμένων.
Αναθεωρήσεις
Τα πάντα όμως είναι ρευστά και υπό συνεχή αναθεώρηση όπως και οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία λόγω των επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Όπως ανακοινώθηκε χθες, ο πήχης της ανάπτυξης για το 2026 κατεβαίνει στο 2% από 2,4% που προέβλεπε ο προϋπολογισμός αλλά αναθεωρείται ανοδικά η πρόβλεψη για το 2027, καθώς η κυβέρνηση αναμένει ρυθμό ανάπτυξης 1,7% έναντι 2%. Ο πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,2% φέτος έναντι της πρόβλεψης 2,2% με βασική υπόθεση η τιμή του Brent να διαμορφωθεί στα 89 δολάρια το βαρέλι για ολόκληρο το έτος. Για το 2027 αναμένεται να ανέλθει στο 2,4% έναντι προηγούμενων εκτιμήσεων για 2,2%. Το πρωτογενές πλεόνασμα, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί φέτος στο 3,2% του ΑΕΠ. Παράλληλα, ενισχύεται το συγχρηματοδοτούμενο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, που αυξάνεται στα 7 δισ. ευρώ το 2027 από 6,35 δισ. ευρώ, με τη συμβολή ευρωπαϊκών πόρων.

