Αλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που οι εναλλαγές «ζεστού – κρύου» είναι συνεχείς στις διαθέσεις της Αγκυρας, σε σημείο που να θυμίζουν «φούρνο του Χότζα».
Είναι αυτονόητο, επίσης, ότι ουδείς μπορεί να βασίζεται σε τέτοιου τύπου διαβεβαιώσεις από την πλευρά της Αγκυρας, αν και το ενδεχόμενο να «παγώσει» την περαιτέρω κλιμάκωση προκλητικών ενεργειών δεν μοιάζει απίθανο, λόγω της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7-8 Ιουλίου στην Αγκυρα, παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ, όπως διαβεβαίωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ τον Τούρκο ομόλογό του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Σε θολά νερά
Ομως, το αν από τον Ιούλιο θα φτάσουμε στον Οκτώβριο του 2026 χωρίς περαιτέρω προκλήσεις, είναι ένα διαφορετικής τάξης ζήτημα για το οποίο ουδείς βάζει το χέρι του στη φωτιά.
Η τουρκική στρατιωτική άσκηση «Θαλασσόλυκος 2026», η οποία ξεκίνησε ήδη και θα διεξάγεται έως τις 14 Ιουνίου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, όπως, επίσης, στη Μαύρη Θάλασσα και τη Θάλασσα του Μαρμαρά, ίσως αποτελέσει ένα πρώτο τεστ για το πόσο «ανήσυχα» θα είναι τα νερά, αλλά και πάλι σε μια χώρα που η λήψη αποφάσεων αποτελεί μια προσωποπαγή διαδικασία δύσκολα μπορεί να εγγυηθεί κάποιος την πορεία των εξελίξεων.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Τουρκία έχει συγκεκριμένες εμμονές με τη στρατηγική θέση συγκεκριμένων μικρονήσων χωρίς κατοίκους ή με ελάχιστο πληθυσμό, προσπαθώντας, άλλοτε μέσω NAVTEX και άλλοτε μέσω της απαίτησης αποστρατιωτικοποίησης, να ασκήσει πιέσεις που θα τα καταστήσουν οιονεί «ουδέτερες ζώνες». Πρόκειται, βεβαίως, για «όνειρα θερινής νυκτός», καθώς η Αθήνα δεν πρόκειται ποτέ να βάλει στη ζυγαριά των «ήρεμων νερών» με την Αγκυρα την κυριαρχία της.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για μικρονήσους οι οποίες εκτείνονται από τα βορειοανατολικά όρια της χώρας μέχρι τα νοτιοανατολικά της και καλύπτουν όλο το τόξο της ελλαδικής επικράτειας, στα όρια με την Τουρκία. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για τα νησιά Ζουράφα, Κίναρο, Λέβιθα, Ρω και Στρογγύλη, τα οποία είναι διαρκώς στο στόχαστρο της Τουρκίας με διάφορα μέσα και μεθόδους.
Δύο από αυτά, μάλιστα, η Κίναρος και η Λέβιθα, φαίνεται να αποτελούν το άλλοθι της πρόσφατης έκρηξης τουρκικής φημολογίας για το περιβόητο νομοσχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας» και της απόπειρας «γκριζαρίσματος» μεγάλου τμήματος του Αιγαίου. Κι αυτό, μάλιστα, σχετικά με την άσκηση όχι απλώς νόμιμου δικαιώματος της χώρας, αλλά και υποχρέωσής της ουσιαστικά, προκειμένου να νομοθετήσει σύμφωνα με τις οδηγίες της Ε.Ε. για τις ευαίσθητες από περιβαλλοντική άποψη περιοχές που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας.
Τα δύο νησιά αποτελούν τμήμα του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου των Νοτίων Κυκλάδων και εντάσσονται στα δίκτυα διασυνδεδεμένων προστατευόμενων περιοχών. Η δημιουργία τους εδράζεται σε καθαρά περιβαλλοντικούς λόγους, καθώς προσφέρει πλεονεκτήματα σε σχέση με τις μέχρι σήμερα μεμονωμένες προστατευόμενες περιοχές του δικτύου «Natura 2000».

«Θεσμοθετούμε»
«Η κυβέρνησή μας θα συνεχίσει να θεσμοθετεί και νέα θαλάσσια πάρκα σε άλλες περιοχές του Αιγαίου, με περιβαλλοντική συνοχή, καθώς η θάλασσα και τα είδη που φιλοξενεί είναι αναπόσπαστο στοιχείο της εθνικής ταυτότητάς μας. Οφείλουμε να τη διαφυλάσσουμε και να την παραδώσουμε στα παιδιά μας, στις επόμενες γενιές, όπως ακριβώς τη βρήκαμε: γεμάτη ζωή», είχε δηλώσει προσδιορίζοντας το αντικείμενο του σχετικού νομοσχεδίου ο αρμόδιος υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, αλλά αυτό δεν πτόησε την Αγκυρα, που φρόντισε να δείξει την ενόχλησή της σε διπλωματικό και επικοινωνιακό επίπεδο.
Η αξίωση που προβάλλει η Τουρκία είναι ότι «τα θαλάσσια πάρκα δεν έχουν καμία νομική ισχύ υπό το πρίσμα των αλληλένδετων ζητημάτων στο Αιγαίο, όπως η υπό αμφισβήτηση κυριαρχία σε γεωμορφώματα». Η ενόχληση της Αγκυρας έφτασε στο σημείο να εξισώνει, μέσω δημοσιευμάτων και διαρροών, μια καθαρά νόμιμη ενέργεια κυρίαρχης χώρας με την απειλή ωμής παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας, μέσω της νομοθέτησης της «Γαλάζιας Πατρίδας» και παράλογων αξιώσεων (π.χ. επέκταση των χωρικών υδάτων στα έξι ναυτικά μίλια, αντί των τριών που προβλέπει για τις τουρκικές ακτές η Συνθήκη της Λωζάννης).

