Με την τιμή του μπρεντ να βρίσκεται κοντά τα 93 δολάρια το βαρέλι και την τιμή του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου στα 54 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα, οι υπουργοί Οικονομικών θα συζητήσουν τα διαφορετικά σενάρια που βρίσκονται στο τραπέζι για την έκβαση της κρίσης.
Το πρώτο θέλει τον πόλεμο να τελειώνει σε ένα τρίμηνο και το δεύτερο, και δυσμενέστερο, θέλει τις εχθροπραξίες να τελειώνουν σε 18 μήνες, δηλαδή το καλοκαίρι του 2027. Και τα δύο σενάρια λαμβάνουν υπ’ όψιν την ταυτόχρονη εμπλοκή των ΗΠΑ, του Ισραήλ, του Ιράν, αλλά και των αραβικών κρατών που δέχθηκαν επίθεση από το Ιράν.
Πληροφορίες από αρμόδιες πηγές θέλουν τη συζήτηση για την κρίση να μην περιλαμβάνει προς το παρόν το ενδεχόμενο λήψης εκτάκτων μέτρων για την ανακούφιση των εισοδηματικά ασθενέστερων από τις συνέπειες του υψηλού πληθωρισμού, τον οποίο θα προκαλέσουν οι υψηλές τιμές ενέργειας για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ωστόσο θα συζητηθεί με τη συνδρομή ειδικών -όπως ο κ. Κριστιάν Ζίνγκλερσεν, πρώην διευθυντής της Αρχής των ρυθμιστικών αρχών ενέργειας, και του Ντάμιαν Κορτίνας, προέδρου του Δ.Σ. των ευρωπαϊκών δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας-, η «άμυνα» της Ε.Ε. σε ό,τι αφορά τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης κυρίως σε φυσικό αέριο αλλά και σε αργό πετρέλαιο για όσο διαρκέσει η κρίση στις τιμές ενέργειας από τον πόλεμο στο Ιράν.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, σε συνέντευξή του στο «Πρώτο Θέμα», τόνισε ότι η κυβέρνηση παρακολουθεί την κρίση και σημείωνε ότι πλέον, εκτός από την ανθεκτικότητα της οικονομίας, έχει πλέον και τα δημοσιονομικά περιθώρια να στηρίξει τους πολίτες που πλήττονται.
Τις προοπτικές αυτές της ελληνικής οικονομίας επιβεβαίωσε -όπως αναμενόταν- την Παρασκευή και o οίκος DBRS, ο οποίος έκανε την πρώτη αξιολόγηση της οικονομίας για το 2026. Παρότι ο καναδικός οίκος δεν άλλαξε την αξιολόγησή του βαθμολογώντας ξανά το αξιόχρεο της χώρας στη βαθμίδα ΒΒΒ, με αξιολόγηση «σταθερή» επεσήμανε στην έκθεση του την ταχεία υποχώρηση του ελληνικού χρέους κατά 8,3% του ΑΕΠ στο 49,7% του ΑΕΠ, τον Σεπτέμβριο του 2025, από 158,6% τον Σεπτέμβριο του 2024.
Εξηγώντας εμμέσως τη θέση του να μην αλλάξει την αξιολόγησή του, ο οίκος τόνιζε ότι οι ευνοϊκές οικονομικές και δημοσιονομικές συνθήκες είναι πιθανό να συνεχιστούν το 2026. Ωστόσο, οι οικονομικές προοπτικές εκτίθενται σε σημαντικούς κινδύνους επιδείνωσης, όπως η κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων. Η DBRS σημείωνε ότι παραμένει ασαφές εάν η αύξηση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή θα οδηγήσει σε μόνιμη αύξηση του παγκόσμιου κόστους της ενέργειας.

