Μία άνοδος των βασικών επιτοκίων θα είχε άμεσες αρνητικές επιπτώσεις σε υφιστάμενο και νέο δανεισμό. Την προηγούμενη φορά που έγινε κάτι ανάλογο ήταν τον Ιούλιο του 2022, όταν λόγω του πολέμου στην Ουκρανία η ΕΚΤ είχε αρχίσει να αυξάνει τα επιτόκια της σταδιακά, για να περιορίσει την άνοδο των τιμών. Το 0% έγινε 4% μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023, με καταστροφικές συνέπειες για τους δανειολήπτες.
Αποκλιμάκωση
Μία κρίση στο κόστος χρηματοδότησης είχε αποκλιμακωθεί σημαντικά έως τον Ιούλιο πέρσι όταν τα επιτόκια έπεσαν έως και το 2%. Από τις μειώσεις οι δανειολήπτες ήταν σημαντικά κερδισμένοι. Από τον Οκτώβριο του 2024 για ένα απλό στεγαστικό των 100.000 ευρώ η ελάφρυνση στη μηνιαία δόση για τον δανειολήπτη ήταν περίπου 60 ευρώ τον μήνα και 728 ευρώ τον χρόνο. Για μεγαλύτερο υπόλοιπο 150.000 ευρώ, το όφελος ήταν 91 ευρώ τον μήνα και 1.092 ευρώ το έτος. Ανάλογα με το ύψος και τον αριθμό των αυξήσεων στα επιτόκια, αυτό το όφελος θα μειωθεί και οι δόσεις θα γίνουν ακριβότερες. Σημαντικό ότι, προς το παρόν, οι αναλυτές εκτιμούν πως αυτός ο κύκλος παρεμβάσεων θα είναι μικρότερος από τον προηγούμενο του 2022. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, οι δανειολήπτες θα δουν τις δόσεις τους να μεγαλώνουν, όχι όμως τόσο που να εξαφανίσουν συνολικά τις προηγούμενες μειώσεις.
Ανατροπή
Μέχρι πριν πέσει η πρώτη βόμβα, οι αγορές είχαν προεξοφλήσει σταθερά ή και χαμηλότερα επιτόκια για φέτος. Τώρα όλα έχουν αλλάξει, το βασικό σενάριο μετατοπίζεται προς νέες αυξήσεις. Αυτή την εβδομάδα τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και η Τράπεζα της Αγγλίας διατήρησαν αμετάβλητα τα επιτόκια, στέλνοντας παράλληλα και το μήνυμα ότι μία άνοδος του πληθωρισμού θα φέρει και άνοδό τους.
Οι αναλυτές των διεθνών οίκων, σε όλα τα «reports» το τελευταίο 10ήμερο, συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη, λόγω της εξάρτησής της από εισαγόμενη ενέργεια και της εύθραυστης ισορροπίας στον πληθωρισμό. Οι επενδυτικοί οίκοι (Barclays, J.P. Morgan) βλέπουν πιθανή αύξηση επιτοκίων από τον επόμενο μήνα και, αν δεν αλλάξει κάτι, σειρά αυξήσεων και μέσα στο καλοκαίρι.
Ακόμα και μέλη του Δ.Σ. της ΕΚΤ επιβεβαιώνουν πως η άνοδος των επιτοκίων ίσως γίνει αναπόφευκτη. Σε δήλωσή του στο Bloomberg, ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης, Ιωακείμ Νάγκελ, παραδέχτηκε ότι «με τα τωρινά δεδομένα, είναι πιθανό οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό να επιδεινωθούν και οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό να αυξηθούν σε διαρκή βάση, γεγονός που σημαίνει ότι μια πιο περιοριστική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής θα ήταν πιθανώς απαραίτητη».
Σενάρια για πληθωρισμό έως και 4,8%
Οι αναλυτές διεθνών οίκων θεωρούν αναπόφευκτη μία νέα άνοδο των επιτοκίων, καθώς και η ίδια η ΕΚΤ προβλέπει στο «βασικό» σενάριό της πληθωρισμό 2,6% για το 2026 και 2% για το 2027. Αυτό αν δεν επιδεινωθεί άλλο η κατάσταση. Στο «δυσμενές» σενάριο η εκτίμηση της Φρανκφούρτης είναι ότι ο πληθωρισμός θα σκαρφαλώσει στο 3,5% το 2026 και στο 2,1% το 2027, ενώ στο χειρότερο σενάριο προβλέπει πληθωρισμό 4,4% το 2026 και 4,8% το 2027.
Υπενθυμίζεται ότι άλλο ο πληθωρισμός της ευρωζώνης που εξετάζει η ΕΚΤ για τα βασικά επιτόκια και άλλο οι ρυθμοί στην Ελλάδα. Παράδειγμα, σύμφωνα με την Eurostat ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη ήταν 1,9% τον Φεβρουάριο, ενώ στην Ελλάδα ήταν στο 3,1% (ΕΛ.ΣΤΑΤ.: 2,7%). Αυτό δείχνει ότι αν επιβεβαιωθεί ακόμα και το βασικό σενάριο της ΕΚΤ, αυτό της ήπιας ανόδου, τότε όταν έρθουν οι αυξήσεις των επιτοκίων και γίνουν ακριβότερα τα δάνεια, στην Ελλάδα ο πληθωρισμός θα έχει ήδη μεγαλώσει το οικονομικό βάρος στα νοικοκυριά.

