Οι εικόνες από πλημμυρισμένους δρόμους, εγκλωβισμένα αυτοκίνητα και κατοίκους που ζητούν βοήθεια μέσα στη νύχτα δεν ανήκουν μόνο στο παρόν. Είναι εικόνες που η Αττική έχει ξαναδεί — και μάλιστα με δραματικό τρόπο.

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η Γλυφάδα, που τον Νοέμβριο του 1993 βρέθηκε στο επίκεντρο μιας από τις μεγαλύτερες πλημμύρες των τελευταίων δεκαετιών. Ένα γεγονός που τότε χαρακτηρίστηκε «ακραίο», αλλά με τα σημερινά δεδομένα μοιάζει σχεδόν προφητικό.
Η καταρρακτώδης βροχή ξεκινά τα ξημερώματα της Κυριακής 21 Νοεμβρίου 1993. Λίγο μετά τις 5.30 το πρωί, οι πρώτες κλήσεις φτάνουν στην Πυροσβεστική από κατοίκους της Γλυφάδας και της Βάρης. Οι φωνές στην άλλη άκρη της γραμμής είναι κοφτές, πανικόβλητες: «Πνιγόμαστε». Μέσα σε λιγότερο από μία ώρα, οι κλήσεις ξεπερνούν τις 1.200. Κανείς ακόμη δεν έχει πλήρη εικόνα της έκτασης της καταστροφής.

Μέσα σε λίγα λεπτά οι δρόμοι πλημμυρίζουν. Από τον Υμηττό και τους γύρω λόφους κατεβαίνουν τεράστιες ποσότητες νερού, παρασύροντας χώμα και πέτρες. Τα ρέματα της περιοχής, που εδώ και χρόνια έχουν μπαζωθεί ή καλυφθεί και μετατραπεί σε δρόμους, πλατείες και οικοδομικά τετράγωνα, αδυνατούν να απορροφήσουν τον όγκο των ορμητικών νερών. Σε ορισμένα σημεία, το ύψος του νερού ξεπερνά το ένα μέτρο και η πόλη μετατρέπεται σε έναν ενιαίο χείμαρρο.
Την κατάσταση επιδεινώνει το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των φρεατίων είναι φραγμένο. Εκτιμήσεις της εποχής αναφέρουν ότι προεκλογικά φυλλάδια, από την προεκλογική αναμέτρηση που είχε προηγηθεί μόλις ένα μήνα πριν, είχαν μπλοκάρει περίπου το 50% του αποχετευτικού συστήματος, στερώντας από τα νερά κάθε δυνατότητα διαφυγής. Ό,τι δεν χωρά στους αγωγούς, ξεχύνεται στους δρόμους και στα σπίτια.

Ο όγκος της λάσπης που κατεβαίνει από το βουνό φτάνει μέχρι τη λεωφόρο Βουλιαγμένης, την οποία κλείνει, παγιδεύοντας ένα ταξί και ένα βυτιοφόρο. Στην Άνω Γλυφάδα, μπάζα και βράχοι αποκλείουν ολόκληρες γειτονιές. Οι μεγαλύτερες ζημιές καταγράφονται στις οδούς Πανδώρας, Παλμύρας, Μιλτιάδου, Πρίγκιπος Πέτρου, στο παλιό Λυκόρεμα, καθώς και στις οδούς Ήρας, Ανθέων και Αιγαίου.
Οι μαρτυρίες των κατοίκων μιλούν για σωτηρίες την τελευταία στιγμή. Ένα 11χρονο κορίτσι από τον Λίβανο καταφέρνει να βγει κολυμπώντας από το υπόγειο διαμέρισμά του. Λίγο αργότερα, μια 16χρονη χρειάζεται να κολυμπήσει μέσα στα λασπόνερα από το υπόγειο στο ισόγειο της πολυκατοικίας. Στις 6 το πρωί, ένας ταξιτζής στην οδό Πανδώρας παρασύρεται από τον χείμαρρο για εκατοντάδες μέτρα και σώζεται όταν καταφέρνει να πιαστεί από τα κάγκελα της αυλής ενός γηροκομείου, το οποίο έχει και αυτό πλημμυρήσει. Για αρκετές ώρες κυκλοφορεί και η πληροφορία ότι αγνοούνται δύο αδέλφια που ζούσαν σε υπόγειο διαμέρισμα στην οδό Αλκυονίδων.

Εκείνη τη νύχτα, Πυροσβεστική και Αστυνομία δέχονται περισσότερες από 20.000 κλήσεις για βοήθεια — και αυτές μόνο από όσους έχουν ακόμη τη δυνατότητα επικοινωνίας. Περίπου 15.000 τηλεφωνικές γραμμές τίθενται εκτός λειτουργίας λόγω της κακοκαιρίας, αφήνοντας χιλιάδες οικογένειες χωρίς καμία δυνατότητα να ζητήσουν βοήθεια. Πολλοί κάτοικοι, με κομμένο το τηλεφωνικό δίκτυο, βγαίνουν σε πλημμυρισμένους δρόμους και μπαλκόνια, προσπαθώντας με φωνές να τραβήξουν την προσοχή των διασωστών. Χαρακτηριστικό του χάους που επικρατεί εκείνες τις ώρες, ανάμεσα στα οργισμένα τηλέφωνα που γίνονται στην Πυροσβεστική είναι εκείνα των πρώην υπουργών των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ της περιόδου, Γιάννη Χαραλαμπόπουλου και Γιάννη Ποτάκη των οποίων τα σπίτια τους στην περιοχή της Γλυφάδας κινδυνεύουν.

Ο απολογισμός είναι βαρύς. Δρόμοι καταστρέφονται ολοσχερώς ή καλύπτονται από μπάζα, περισσότερα από 200 σπίτια και καταστήματα σε Γλυφάδα και Βούλα υφίστανται σοβαρές ζημιές, ενώ κεντρικές λεωφόροι παρουσιάζουν καθιζήσεις σε διάφορα σημεία. Ανάμεσα στα κτίρια που πλήττονται βρίσκεται και ένας κινηματογράφος. Πολλοί κάτοικοι μένουν άστεγοι, χωρίς βασικά είδη, ακόμη και χωρίς ρούχα. Αυτοκίνητα καταπλακώνονται από δέντρα ή θάβονται κάτω από τη λάσπη.
Σε ολόκληρη την Αττική, εκείνο το Σαββατοκύριακο, περισσότερα από 70.000 οχήματα ακινητοποιούνται. Σκάφη που βρίσκονται σε εγκαταστάσεις φύλαξης παρασύρονται από χειμάρρους και αναζητούνται χιλιόμετρα μακριά, σε ρέματα, οικόπεδα και χωράφια. Η πιο ανατριχιαστική εικόνα καταγράφεται στο νεκροταφείο του Μαρκόπουλου: τα νερά το σκεπάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά, αφήνοντας να διακρίνονται μόνο οι σταυροί. Ανοιγμένα μνήματα αποκαλύπτουν το μακάβριο περιεχόμενό τους, ενώ ανθρώπινα οστά παρασύρονται από τα ορμητικά νερά.

Οι πολιτικές αντιδράσεις έρχονται γρήγορα, αλλά χωρίς κοινό τόπο. Ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου παραδέχεται ότι η Αθήνα είναι ανοχύρωτη πόλη και αποδίδει τις καταστροφές στο κλείσιμο των χειμάρρων και στις πυρκαγιές που προηγήθηκαν, σημειώνοντας ότι «η φύση εκδικείται». Ο τότε υφυπουργός ΠΕΧΩΔΕ Γιάννης Σουλαδάκης κάνει επίκληση στο Θεό: «Ελπίζουμε να μη βρέξει άλλο». Λίγο αργότερα, ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Κώστας Λαλιώτης αναγνωρίζει ότι η επέμβαση της πολιτείας θα μπορούσε να είναι πιο οργανωμένη και πιο έγκαιρη. Μια δήλωση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ειλικρινής, αν δεν φανέρωνε ταυτόχρονα μια έντονη εσωκυβερνητική σύγκρουση και αλληλομετάθεση ευθυνών με τον υπουργό Εσωτερικών Άκη Τσοχατζόπουλο. Η κεντρική διοίκηση, οι δήμοι και η Περιφέρεια ανταλλάσσουν κατηγορίες, χωρίς κανείς να αναλαμβάνει πλήρως το βάρος.

Τα αίτια, ωστόσο, είναι ήδη γνωστά. Καμένα δάση, μπαζωμένα ρέματα και άναρχη δόμηση έχουν αλλοιώσει πλήρως το φυσικό ανάγλυφο της περιοχής. Η Γλυφάδα διέθετε 27 ρέματα, από τα οποία σχεδόν όλα καλύφθηκαν ή εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης. Όπως κατέγραφε ρεπορτάζ της «Ελευθεροτυπίας», το 95% των ρεμάτων της πόλης μετατράπηκαν, στην καλύτερη περίπτωση, σε δρόμους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οικοδομήθηκαν. Στους Τράχωνες, η διευθέτηση του ρέματος γύρω από το αεροδρόμιο έμεινε ημιτελής, καθώς κατασκευάστηκε μόνο ο ένας κλάδος στις εκβολές, με αποτέλεσμα η έξοδος προς τη θάλασσα να φράξει από μπάζα. Έτσι, όταν ήρθε η νεροποντή, την κάτσανε τη βάρκα στη Γλυφάδα…
Τριάντα δύο χρόνια μετά, το ρεπορτάζ μοιάζει έτοιμο να ξαναγραφτεί. Οι εικόνες αλλάζουν λίγο, οι δηλώσεις προσαρμόζονται στην εποχή, όμως τα αίτια και οι ευθύνες παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα. Το μόνο που απομένει είναι να αναμένουμε το επόμενο μεγάλο κύμα κακοκαιρίας — και το επόμενο ρεπορτάζ για το ίδιο θέμα.

