Και μάλιστα με διαφορά από το δεύτερο κόμμα, που αγγίζει τις 20 ποσοστιαίες μονάδες. Πρόκειται για τη δικαίωση του κυβερνητικού έργου και την αναγνώριση από τους πολίτες της σημασίας που έχει η ολοκλήρωση της κυβερνητικής θητείας.
Την ίδια στιγμή, το ρευστό πολιτικό τοπίο στην αντιπολίτευση αντικατοπτρίζει τόσο τη δυναμική όσο και το εκτόπισμα που έχει στην κοινωνία. Ο πολυκερματισμός των κομμάτων, οι διασπαστικές τάσεις και τα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οδηγούν στην αδυναμία έκφρασης σοβαρού πολιτικού λόγου, δηλαδή δημιουργικής και ωφέλιμης για τον τόπο αντιπολίτευσης. Παράλληλα, ο μεταξύ τους ανταγωνισμός, για το ποιος θα κερδίσει τη δεύτερη και την τρίτη θέση, οδηγεί τις ηγεσίες τους σε μια πλειοδοσία υποσχέσεων, ακοστολόγητων προγραμμάτων και λαϊκιστικής ρητορείας.
Το πρωτόγνωρο αυτό σκηνικό συμπληρώνουν «υποψήφια» κόμματα και επίδοξοι αρχηγοί, που κάνουν δημόσιες παρεμβάσεις αλλά ακόμα δεν έχουν ανοίξει τα χαρτιά τους στην ελληνική κοινωνία. Είναι προφανές ότι υπό τέτοιες συνθήκες οποιαδήποτε προσπάθεια να πείσουν πως αποτελούν εναλλακτική κυβερνητική πολιτική πέφτει στο κενό.
Για μία ακόμα φορά αυτό που αναδεικνύεται είναι η σημασία της πολιτικής σταθερότητας για το καλό του τόπου. Η κυβέρνηση διαθέτει το πολιτικό κεφάλαιο που χρειάζεται καθώς και το στρατηγικό σχέδιο για την Ελλάδα του 2030.