Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ξεκαθαρίσει επανειλημμένως πως οι κυβερνήσεις πρέπει να ολοκληρώνουν τη θητεία τους, διότι μόνο έτσι μπορούν οι πολίτες να κρίνουν αν τήρησαν τις υποσχέσεις και τις προεκλογικές δεσμεύσεις τους.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας τόσο στην πρώτη θητεία, όσο και στην παρούσα, πορεύεται με σχέδιο, στρατηγική και όραμα. Θέτει συγκεκριμένους στόχους και υλοποιεί μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν την Ελλάδα στο 2030. Πρόκειται για ένα εθνικό στοίχημα, το οποίο δεν διαπραγματεύεται με την αντιπολίτευση, η οποία ζητά πρόωρες εκλογές, αδιαφορώντας αν αυτό θα ζημιώσει τη χώρα και τους πολίτες.
Ειδικά σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, με τον πόλεμο στο Ιράν και τις γεωπολιτικές αναταράξεις να απειλούν την ευρωπαϊκή οικονομία, θα ήταν πολιτικά ανεύθυνο αν οδηγούμασταν στις κάλπες με γνώμονα τον εσωτερικό πολιτικό ανταγωνισμό. Η πολιτική σταθερότητα είναι ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της Ελλάδας, καθώς αποτελεί εχέγγυο οικονομικής και κοινωνικής ασφάλειας.
Ταυτόχρονα, η αυτοδυναμία της κυβέρνησης της επιτρέπει να προχωρά αποφασιστικά και καίρια σε δύσκολες στιγμές. Κάτι που αποδείχθηκε περίτρανα στην περίπτωση της Κύπρου και όχι μόνο. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας, όπως έχει αποδειχθεί στο παρελθόν, αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη, καθώς κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται μετά από διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς, με στόχο την πολιτική επιβίωση των κυβερνώντων και όχι το εθνικό συμφέρον της χώρας.