Στο κείμενο, που διαβιβάστηκε από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Γενικό Γραμματέα, απορρίπτονται οι θέσεις που διατυπώνονται σε προηγούμενη επιστολή της Τουρκίας, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2026 (A/80/642).
Η ελληνική πλευρά επαναλαμβάνει την απόρριψη των τουρκικών ισχυρισμών για τα όρια των θαλάσσιων ζωνών σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, επισημαίνοντας ότι αυτοί παραβλέπουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, καθώς και τα δικαιώματα των νησιών της, όπως προβλέπονται από τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
Παράλληλα, χαρακτηρίζει εκ νέου άκυρο και ανυπόστατο το τουρκολιβυκό μνημόνιο, απορρίπτει τις αιτιάσεις σχετικά με την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία και υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα διατηρεί στο ακέραιο τα δικαιώματά της, επαναβεβαιώνοντας την προσήλωσή της στην ειρηνική επίλυση των διαφορών με την Τουρκία, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου.
Αναλυτικά τι αναφέρει η επιστολή:
«Η Ελλάδα έχει επανειλημμένα απορρίψει τους ατεκμηρίωτους και παράνομους ισχυρισμούς της Τουρκίας σχετικά με τα εξωτερικά όρια των θαλάσσιων ζωνών της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και κάθε σχετικές συντεταγμένες και χάρτες, οι οποίοι στερούνται έννομων συνεπειών. Στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίζω, μεταξύ άλλων, τις επιστολές μας της 23ης Μαΐου 2016 (A/70/900-S/2016/474), 8ης Δεκεμβρίου 2016 (A/71/675-S/2016/1043), 10ης Μαΐου 2017 (A/71/901-S/2017/416), 25ης Απριλίου 2019 (A/73/850-S/2019/344), 19ης Φεβρουαρίου 2020 (A/74/710-S/2020/129), 19ης Μαρτίου 2020 (A/74/758), 20ής Απριλίου 2020 (A/74/819) και 29ης Σεπτεμβρίου 2020 (A/75/375-S/2020/958), καθώς και τις ρηματικές διακοινώσεις μας της 24ης Φεβρουαρίου 2005 (Law of the Sea Bulletin, τόμ. 57, σ. 129), 20ής Φεβρουαρίου 2013 (Law of the Sea Bulletin, τόμ. 81, σ. 23) και 2ας Σεπτεμβρίου 2020 (A/74/1006). Οι θέσεις μας έχουν επίσης κοινοποιηθεί διμερώς στην Τουρκία.
Οι ισχυρισμοί αυτοί αγνοούν πλήρως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και τα δικαιώματα των νησιών της σε θαλάσσιες ζώνες τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Πιο συγκεκριμένα, όλα τα νησιά, ανεξαρτήτως μεγέθους, απολαύουν: πρώτον, δικαιώματος χωρικής θάλασσας έως 12 ναυτικά μίλια· και δεύτερον, με εξαίρεση «βράχους που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή οικονομική ζωή», δικαιώματος αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) και υφαλοκρηπίδας όπως κάθε άλλη χερσαία περιοχή. Ο κανόνας αυτός προβλέπεται ρητά στο άρθρο 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο αντικατοπτρίζει το εθιμικό διεθνές δίκαιο και είναι δεσμευτικό και για κράτη που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη. Οι ισχυρισμοί της Τουρκίας ότι τα ελληνικά νησιά δεν παράγουν θαλάσσιες ζώνες πέραν των 6 ναυτικών μιλίων παραβιάζουν κατάφωρα την ανωτέρω αρχή και θίγουν την ακεραιότητα της κυριαρχίας της Ελλάδας. Στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίζεται ότι η Τουρκία έχει από το 1995 διατυπώσει ρητή απειλή πολέμου (casus belli) κατά της Ελλάδας σε περίπτωση επέκτασης της χωρικής θάλασσας πέραν των 6 ναυτικών μιλίων. Παρά ταύτα, η Ελλάδα διατηρεί και επιφυλάσσεται του δικαιώματός της, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, να επεκτείνει τη χωρική θάλασσα όλων των νησιών της στα 12 ναυτικά μίλια.
Σύμφωνα με τη μακροχρόνια θέση της Ελλάδας, η οποία αποτυπώνεται και στην εθνική νομοθεσία (ρηματική διακοίνωση της 8ης Μαΐου 2012, Law of the Sea Bulletin, τόμ. 79, σ. 14), η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, βάσει της μέσης γραμμής/ίσης απόστασης. Η σύγχρονη νομολογία διεθνών δικαστηρίων επιβεβαιώνει τη σημασία της αρχής της ίσης απόστασης στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 15, 74 και 83 της Σύμβασης, τα οποία αποτελούν μέρος του εθιμικού διεθνούς δικαίου.
Παρά τα ανωτέρω, η Τουρκία προτάσσει την «αρχή της ευθυδικίας», η οποία έχει αποδυναμωθεί στη σχετική νομολογία υπέρ της μεθόδου της ίσης απόστασης. Επίσης, υιοθετεί επιλεκτική και εσφαλμένη ερμηνεία της σύγχρονης διεθνούς νομολογίας, επιχειρώντας να προωθήσει μεθοδολογία που αλλοιώνει τη γεωγραφική πραγματικότητα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Όσον αφορά την άκυρη «συμφωνία» μεταξύ της Τουρκίας και της παράνομης αποσχιστικής οντότητας στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, υπενθυμίζεται ότι παραβιάζει κατάφωρα τα ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς της Τουρκίας σχετικά με την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα που της παρέχει το διεθνές δίκαιο στο σύνολο της νήσου και των παρακείμενων θαλασσών της.
Σε ό,τι αφορά το άκυρο Μνημόνιο Συνεννόησης μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης της 27ης Νοεμβρίου 2019, η Ελλάδα απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι είναι νόμιμο και ισχυρό. Η Τουρκία και η Λιβύη δεν έχουν κοινά θαλάσσια σύνορα λόγω της ύπαρξης ελληνικών νησιών, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης και των Δωδεκανήσων. Το μνημόνιο αυτό αγνοεί τα θαλάσσια δικαιώματα των ελληνικών νησιών και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.
Η επιστολή αναφέρεται επίσης στο Μνημόνιο του 2022 μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης για υδρογονάνθρακες. Η Ελλάδα αντιτίθεται στην εφαρμογή του στον βαθμό που παραβιάζει κυριαρχικά της δικαιώματα.
Η Ελλάδα απορρίπτει επίσης τις αιτιάσεις της Τουρκίας κατά της συμφωνίας Ελλάδας–Αιγύπτου της 6ης Αυγούστου 2020 για την οριοθέτηση ΑΟΖ, η οποία είναι πλήρως σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο.
Όσον αφορά τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, η Ελλάδα έχει θεσπίσει τέσσερις θαλάσσιες χωρικές ενότητες σύμφωνα με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο, βάσει της μέσης γραμμής στις περιοχές χωρίς οριοθέτηση.
Η Ελλάδα απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι οι ενότητες αυτές παραβιάζουν τουρκικά δικαιώματα, καθώς έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Αντίθετα, οι τουρκικοί χάρτες θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού αγνοούν τα δικαιώματα ελληνικών νησιών και περιλαμβάνουν παράνομα περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας.
Η Ελλάδα επιφυλάσσεται όλων των δικαιωμάτων της και επαναλαμβάνει τη δέσμευσή της για ειρηνική επίλυση της οριοθέτησης με την Τουρκία, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο».
Τι ανέφερε στην επιστολή του Φεβρουαρίου η Άγκυρα
Υπενθυμίζεται ότι, μόλις πέντε ημέρες μετά τη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο πλαίσιο της προσπάθειας διατήρησης ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, η Άγκυρα απέστειλε επιστολή στον ΟΗΕ με την οποία επαναφέρει στο προσκήνιο τις γνωστές της θέσεις περί θαλάσσιων ζωνών, επικαλούμενη -φυσικά- το παράνομο και ανυπόστατο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η χρονική στιγμή μόνο τυχαία δεν είχε θεωρηθεί καθώς «μαρτύρησε» περίτρανα τη σαφή ενόχληση που προκαλεί στην Άγκυρα η ελληνική ενεργειακή στρατηγική.
Η επιστολή της Τουρκίας στον ΟΗΕ, εστάλη πέντε ημέρες μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν (11/02), αλλά και την ίδια ημέρα που «έπεσαν» οι υπογραφές μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της κοινοπραξίας Chevron και HELLENIQ ENERGY για τους υδρογονάνθρακες σε Κρήτη και Πελοπόννησο (16/02), ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην αξιοποίηση των εγχώριων υδρογονανθράκων. Εξέλιξη με σαφές ενεργειακό και γεωπολιτικό αποτύπωμα.
Η ταύτιση των δύο αυτών ημερομηνιών, προσδίδει ιδιαίτερο συμβολισμό στην τουρκική κίνηση, καθώς η Άγκυρα επανέλαβε την αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και επέμεινε στη ρητορική περί «παραβίασης» του Διεθνούς Δικαίου.
Αναλυτικά η επιστολή της Τουρκίας στον ΟΗΕ:
«Κατόπιν οδηγιών της κυβέρνησής και σε συνέχεια της επιστολής με ημερομηνία 27 Μαΐου 2025 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Λιβύης στα Ηνωμένα Έθνη (A/79/916), της επιστολής με ημερομηνία 5 Αυγούστου 2025 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Ελλάδας (A/79/983), της επιστολής με ημερομηνία 18 Αυγούστου 2025 από τους Μόνιμους Αντιπροσώπους της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας (S/2025/519-A/79/997), της επιστολής με ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 2025 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Ελλάδας (A/79/1005) και της επιστολής με ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου 2025 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Αιγύπτου (A/80/386), επιθυμώ να σας γνωστοποιήσω τα ακόλουθα.
Δεν υφίσταται ενιαία διεθνής πρακτική ή νομικός κανόνας που να αποδίδει αυτομάτως πλήρη επήρεια σε νησιά για τον καθορισμό θαλάσσιων ζωνών. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί από την Τουρκία σε προηγούμενες επιστολές της – η πλέον πρόσφατη με ημερομηνία 28 Δεκεμβρίου 2024 (S/2024/987-A/79/711) – τα νησιά δεν μπορούν να δημιουργούν θαλάσσιες ζώνες πέραν όσων επιτρέπει η αρχή της ευθυδικίας.
Όσον αφορά τα όρια θαλάσσιας δικαιοδοσίας της Τουρκίας βάσει του διεθνούς δικαίου, η Τουρκία έχει καταθέσει στα Ηνωμένα Έθνη τις γεωγραφικές συντεταγμένες των εξωτερικών ορίων της υφαλοκρηπίδας της στην Ανατολική Μεσόγειο, σύμφωνα με προηγούμενες επιστολές της (2004, 2005, 2013, 2014, 2019 και 2020).
Με την επιστολή της 18ης Μαρτίου 2020 (A/74/757), η Τουρκία υπέβαλε συντεταγμένες που βασίζονται στη Συμφωνία Οριοθέτησης Θαλάσσιων Ζωνών μεταξύ της Τουρκικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, η οποία υπεγράφη στις 27 Νοεμβρίου 2019 και καταχωρίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 102 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Η Τουρκία επαναβεβαιώνει ότι το διεθνές νομικό πλαίσιο για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών βασίζεται στην αρχή της ευθυδικίας και στην επίτευξη δίκαιης λύσης. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με τους οποίους τα νησιά διαθέτουν πλήρη επήρεια σε όλες τις περιπτώσεις, αντιβαίνουν στη σχετική διεθνή νομολογία (διαιτησία Ηνωμένου Βασιλείου–Γαλλίας 1977, υπόθεση Ρουμανίας–Ουκρανίας 2009, υπόθεση Νικαράγουας–Κολομβίας 2012).
Η Τουρκία απορρίπτει επίσης τη συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου της 6ης Αυγούστου 2020, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει την τουρκική υφαλοκρηπίδα στην Ανατολική Μεσόγειο και δεν έχει νομική ισχύ για την Τουρκία.
Αναφορικά με τις θαλάσσιες περιοχές που ανακοίνωσε η Ελλάδα τον Απρίλιο του 2025, η Τουρκία υποστηρίζει ότι ορισμένες από αυτές παραβιάζουν περιοχές τουρκικής θαλάσσιας δικαιοδοσίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο και ότι οι μονομερείς ενέργειες δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι της Τουρκίας.
Η Τουρκία επαναλαμβάνει ότι οι εθνικές νομοθεσίες ή πρακτικές άλλων κρατών δεν μπορούν να δημιουργήσουν διεθνή δικαιώματα εις βάρος της ούτε να επηρεάσουν τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Τέλος, η Τουρκία δηλώνει ότι παραμένει προσηλωμένη στην εξεύρεση δίκαιης, ειρηνικής και αμοιβαία αποδεκτής λύσης μέσω διαλόγου και συνεργασίας, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, με στόχο τη σταθερότητα και την ευημερία στην Ανατολική Μεσόγειο.»

