Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 99 ετών, έχοντας κατακτήσει την καθολική αναγνώριση για τη συμβολή της στην ιστορική επιστήμη και την ακαδημαϊκή κοινότητα. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε τη θέση του πρύτανη στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, σε μια ιστορική εξέλιξη για το ίδρυμα. Με μικρασιατικές ρίζες, έντονη πνευματική παρουσία και διεθνή φήμη, τιμήθηκε με πολλές σημαντικές διακρίσεις τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα.
Η διεθνής ακαδημαϊκή της πορεία
Με τη δράση και το κύρος της, ανέδειξε την Ελλάδα σε κορυφαία πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα παγκοσμίως. Το 1953 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές της και σύντομα εντάχθηκε στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας, όπου αργότερα ανέλαβε σημαντικές ευθύνες. Το 1967 εξελέγη καθηγήτρια στη Σορβόννη, εδραιώνοντας τη θέση της ως μία από τις σημαντικότερες μορφές της βυζαντινολογίας.
Η εκλογή της ως πρώτη γυναίκα πρύτανης αποτέλεσε ορόσημο, καθώς άνοιξε νέους δρόμους για τη συμμετοχή των γυναικών στην πανεπιστημιακή διοίκηση και ενίσχυσε τη διεθνή παρουσία της ελληνικής επιστήμης.

Σημαντικές θέσεις και διεθνής αναγνώριση
Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της ανέλαβε κορυφαίες θέσεις, μεταξύ άλλων ως καγκελάριος των Πανεπιστημίων του Παρισιού, πρόεδρος και αντιπρόεδρος του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού, καθώς και πρόεδρος σημαντικών πολιτιστικών και επιστημονικών οργανισμών. Συνεργάστηκε επίσης με την UNESCO ως ειδική στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, συμβάλλοντας ενεργά στη διεθνή επιστημονική κοινότητα.
Διετέλεσε προσκεκλημένη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και σε άλλα κορυφαία πανεπιστήμια, ενώ τιμήθηκε με πλήθος επίτιμων διδακτορικών τίτλων, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διεθνή απήχηση και το κύρος της.
Η συμβολή της στην ιστορία και τον δημόσιο διάλογο
Με τη βαθιά γνώση της βυζαντινής ιστορίας, ανέδειξε τη διαχρονική αξία του ελληνικού πολιτισμού και τη σημασία του για τον σύγχρονο κόσμο. Το έργο της δεν περιορίστηκε μόνο στην πανεπιστημιακή διδασκαλία και την έρευνα, αλλά επεκτάθηκε και στον δημόσιο λόγο. Με σαφήνεια, διορατικότητα και πνευματική τόλμη, τοποθετήθηκε σε θέματα πολιτισμού, ταυτότητας και ευρωπαϊκής πορείας.
Υποστήριξε με συνέπεια τη σημασία της παιδείας και της ιστορικής μνήμης, θεωρώντας τα θεμέλια της δημοκρατίας και της κοινωνικής προόδου.
Τα πρώτα χρόνια και οι εμπειρίες που τη διαμόρφωσαν
Γεννημένη στην Αθήνα το 1926 από οικογένεια προσφύγων μικρασιατικής καταγωγής, μεγάλωσε σε περιβάλλον που διαμόρφωσε έντονα την προσωπικότητα και τη σκέψη της. Από μικρή έδειξε ενδιαφέρον για τα κοινά, ενώ κατά την περίοδο της Κατοχής συμμετείχε ενεργά στην Αντίσταση, συμβάλλοντας στη μεταφορά σημαντικών μηνυμάτων.

Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και, παρά τις δυσκολίες της εποχής, αφοσιώθηκε στην επιστημονική έρευνα. Με προσωπική προσπάθεια και αφοσίωση, κατάφερε να συνεχίσει τις σπουδές της στο Παρίσι, όπου ανακηρύχθηκε διδάκτωρ Ιστορίας και ξεκίνησε τη μεγάλη διεθνή της πορεία.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Η πορεία της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ αποτελεί παράδειγμα επιμονής, αριστείας και πνευματικής προσφοράς. Με το έργο και τη στάση ζωής της, ενέπνευσε γενιές επιστημόνων και συνέβαλε καθοριστικά στην προβολή της ελληνικής επιστήμης διεθνώς. Η κληρονομιά της παραμένει ζωντανή μέσα από το έργο της και τη βαθιά επιρροή που άσκησε στον χώρο της ιστορίας και του πολιτισμού.
Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ: Το συγκινητικό αφιέρωμα και το βίντεο της Le Figaro για την σπουδαία ιστορικό
«Αντίο» στην σπουδαία ιστορικό και βυζαντινολόγο Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, που απεβίωσε σε ηλικία 99 ετών τη Δευτέρα (16/02), λέει με ένα αφιέρωμα κι ένα συγκινητικό βίντεο η γαλλική εφημερίδα Le Figaro στην ηλεκτρονική της έκδοση.
Η σπουδαία Γαλλο-ελληνίδα ιστορικός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, ειδικός στις βυζαντινές σπουδές και πρώτη γυναίκα που διηύθυνε το διάσημο γαλλικό πανεπιστήμιο της Σορβόννης, απεβίωσε τη Δευτέρα σε ηλικία 99 ετών, αναφέρει το δημοσίευμα και παραθέτει μέρος της δήλωσης του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα, ο οποίος απέτισε φόρο τιμής σε εκείνη «που με το έργο της ανέδειξε τη διαχρονική διάσταση της ελληνικής ταυτότητας» και «συνέβαλε αποφασιστικά στην διεθνή αναγνώριση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ως θεμελιώδους πυλώνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού».
Τα πολυάριθμα και ευρέως μεταφρασμένα έργα της παραμένουν σημείο αναφοράς για τη βυζαντινολογία, αλλά και για τις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρώπη και τη Μεσόγειο, συνεχίζει η Le Figaro. Γεννημένη στην Αθήνα το 1926 από γονείς Μικρασιατικής καταγωγής η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ από νωρίς έδειξε πάθος για την ιστορία. Το παρελθόν της ως πρόσφυγας και η οικογενειακή της ιστορία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σε αυτή την επιλογή. Αφού εντάχθηκε στην Αντίσταση κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας πριν μετακομίσει στη Γαλλία το 1953.
Στο Παρίσι, γνωρίζει τον μελλοντικό σύζυγό της, Ζακ Αρβελέρ (1918-2010), αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού, με τον οποίο θα αποκτήσει μια κόρη, τη Μαρί-Ελέν. Το 1955, προσλαμβάνεται ως ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS) και στη συνέχεια προάγεται σε κύρια ερευνήτρια. Το 1967, αποχωρεί από το CNRS για να γίνει καθηγήτρια στη Σορβόννη. Έγινε η πρώτη γυναίκα, σε 700 χρόνια ιστορίας του γαλλικού ιδρύματος, που κατείχε τις υψηλότερες διοικητικές θέσεις: Επικεφαλής τμήματος, πρόεδρος πανεπιστημίου και πρύτανης.
Διορίστηκε πρύτανης της Ακαδημίας του Παρισιού από τον Μιτεράν

Το 1982, ο σοσιαλιστής πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν την διόρισε πρύτανη της Ακαδημίας του Παρισιού, καγκελάριο των πανεπιστημίων του Παρισιού, καθιστώντας την την πρώτη γυναίκα που κατείχε μία από τις πιο διακεκριμένες θέσεις στην Εθνική Εκπαίδευση. Για την ιστορικό, το Βυζάντιο δεν ήταν απλώς ένα αντικείμενο μελέτης, αλλά ένα πραγματικό εργαστήριο πολιτικής σκέψης, κοινωνικής οργάνωσης και πολιτιστικής συνέχειας. Η επιρροή της στα ευρωπαϊκά πανεπιστημιακά ιδρύματα ήταν σημαντική.
Ήταν διευθύντρια του Τμήματος Ιστορίας και πρόεδρος της Επιτροπής Έρευνας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (1969-1970), επισκέπτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ (1973-1974) και επίτιμη διδάκτωρ πολλών πανεπιστημίων, από το Λονδίνο έως τη Νέα Υόρκη. Ήταν επίσης Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της Unicef και συναναστρεφόταν στο Παρίσι καλλιτέχνες όπως η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Λουί Αραγκόν, ο Πάμπλο Πικάσο και η Φρανσουάζ Σαγκάν.
Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης ή των εντάσεων με την Τουρκία, συχνά ερωτήθηκε από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης για την ελληνική και ευρωπαϊκή ταυτότητα. «Η πατρίδα είναι ένα συναίσθημα, είναι ο τόπος που κρύβει τις αναμνήσεις και τα συναισθήματά μας. Η πατρίδα είναι τα κοινά μας συμφέροντα, το «εμείς»», είχε δηλώσει η βυζαντινολόγος, η οποία έζησε μεγάλο μέρος της ζωής της στη Γαλλία.

