Το λεγόμενο «Πηγάδι του Διαβόλου» δεν είναι απλώς ένα υποθαλάσσιο άνοιγμα. Είναι ένα φυσικό φαινόμενο που αψηφά τη λογική, μία παγίδα που έχει στοιχίσει ζωές και ένα μυστήριο που παραμένει άλυτο. Τελευταία ζωή που χάθηκε εκεί ήταν αυτή του 34χρονου δύτη Πλάτωνος Σουλιώτη, ο οποίος δεν κατάφερε να βγει ζωντανός και έπειτα από τέσσερις ημέρες ερευνών εντοπίστηκε η σορός του.

Από την επιφάνεια, τίποτα δεν προδίδει τι κρύβεται από κάτω. Στα 11 μέτρα βάθος, όμως, ξεκινά μία κατακόρυφη τομή που οδηγεί σε ένα πεπλατυσμένο κυλινδρικό φρέαρ, το οποίο κατεβαίνει μέχρι περίπου τα 28,5 μέτρα. Εκεί, ξεκινά μία στενή είσοδος, η οποία οδηγεί σε ένα υποβρύχιο σπήλαιο με διαρκή, βίαιη εισροή νερού προς το εσωτερικό του. Οι δύτες το αποκαλούν «Ρουφήχτρα». Και όχι άδικα.
«Σε τραβάει…»
Ο έμπειρος σπηλαιοδύτης Αντώνης Γράφας, ο οποίος ηγήθηκε της πιο πρόσφατης μεγάλης αποστολής το 2018, περιγράφει στον «Ε.Τ.» με ωμό ρεαλισμό αυτό που αντιμετώπισε: «Είναι ένα σημείο με μεγάλη επικινδυνότητα, που έχει αρνητική ροή. Σε τραβάει προς τα μέσα όλες τις ώρες της ημέρας. Δεν πρόκειται για έναν χώρο όπου ο δύτης κινείται ελεύθερα, αλλά για ένα περιβάλλον που τον ρουφά ασταμάτητα».

Η αποστολή της ομάδας του κ. Γράφα δεν ήταν μία απλή κατάδυση. Διήρκεσε σχεδόν δύο χρόνια, με διαδοχικές επιχειρήσεις χαρτογράφησης και κινηματογράφησης. Σταδιακά, με τη χρήση σχοινιών και εξειδικευμένου εξοπλισμού, κατάφεραν να φτάσουν σε απόσταση 145 μέτρων από την είσοδο του σπηλαίου. Ο ίδιος ο κ. Γράφας έφτασε μέχρι τα 130 μέτρα και αργότερα στα 135 μέτρα, ενώ άλλοι δύτες της ομάδας κατέγραψαν ακόμη μεγαλύτερα βάθη.
«Αυτή ήταν μία από τις πιο δύσκολες καταδύσεις που έχουμε κάνει, όχι μόνο σωματικά, αλλά και ψυχολογικά. Μόλις μπαίνεις, χάνεις το φως. Δεν υπάρχει ορατότητα. Οι δίνες σε χτυπούν στα τοιχώματα και τα φερτά υλικά κολλούν στη μάσκα. Το περιβάλλον γίνεται εχθρικό μέσα σε δευτερόλεπτα», επισημαίνει ο έμπειρος σπηλαιοδύτης.
Δύο δωμάτια
Το πρώτο δωμάτιο του σπηλαίου θεωρείται το πιο επικίνδυνο. Εκεί, ισχυρές δίνες δημιουργούν ανεξέλεγκτες κινήσεις, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη τη σταθεροποίηση του δύτη. «Υπήρχε πάντα ένας μεγάλος φόβος για την έξοδο. Το να μπεις είναι δύσκολο. Το να βγεις είναι το πραγματικό πρόβλημα», παραδέχεται ο κ. Γράφας.
Κι αυτό επειδή η ροή του νερού λειτουργεί αντίστροφα σε σχέση με ό,τι θα περίμενε κανείς. Αντί να βοηθά την άνοδο, παρασύρει τα πάντα προς τα μέσα. Ακόμη και οι φυσαλίδες από την αναπνοή των δυτών δεν ανεβαίνουν στην επιφάνεια, αλλά κατευθύνονται προς το εσωτερικό του σπηλαίου, ένα φαινόμενο που από μόνο του αρκεί για να προκαλέσει τρόμο.

Ο κ. Γράφας δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών για το ποιος πρέπει να επιχειρεί τέτοιες καταδύσεις: «Δεν πρέπει να μπαίνει κανείς σε αυτό το σημείο. Δεν πρόκειται για μία απλή σπηλαιοκατάδυση. Είναι εξειδικευμένη κατάδυση, που απαιτεί ειδικό εξοπλισμό και τέλεια φυσική κατάσταση. Κάποια πράγματα που ισχύουν σε άλλες καταδύσεις εδώ είναι απαγορευτικά».
Από μία κλωστή…
Η ομάδα του διαπίστωσε ότι ακόμη και βασικές τεχνικές κατάδυσης δεν λειτουργούν μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Η συνεχής ροή, οι απότομες αλλαγές κατεύθυνσης και η πλήρης απώλεια ορατότητας δημιουργούν ένα σκηνικό όπου το παραμικρό λάθος μπορεί να αποβεί μοιραίο.
Στα 120 μέτρα από την είσοδο οι δύτες συνάντησαν ένα δεύτερο στένεμα, όπου η ένταση της ροής αυξάνεται ξανά. Πέρα από αυτό, το τοπίο αλλάζει δραματικά, με μία τεράστια αίθουσα να ανοίγεται μπροστά τους, τόσο μεγάλη που οι φακοί δεν μπορούν να αποκαλύψουν τα όριά της. «Εκεί καταλαβαίνεις πόσο μικρός είσαι», σημειώνει ο κ. Γράφας.
Παρά την πρόοδο της εξερεύνησης, το σπήλαιο παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητο. Η κατεύθυνση που ακολουθεί αλλάζει συνεχώς, ενώ το βάθος του αυξάνεται σταδιακά. Το πού οδηγεί, ουδείς γνωρίζει.
Καμία σύνδεση
Μία από τις πιο διαδεδομένες θεωρίες είναι ότι το σπήλαιο συνδέεται με τη Λίμνη της Βουλιαγμένης. Ομως, ο κ. Γράφας την απορρίπτει κατηγορηματικά: «Αν υπήρχε σύνδεση, θα υπήρχε ανάβλυση νερού στη λίμνη. Ομως, η λίμνη είναι ακούνητη, σαν γιαούρτι».
Πάντως, η είσοδος του πηγαδιού έχει αλλάξει με τα χρόνια. Τη δεκαετία του 1970 ήταν τόσο μικρή που μόλις χωρούσε ένας άνθρωπος. Σήμερα, έχει διευρυνθεί σημαντικά, λόγω της συνεχούς διάβρωσης από την ορμή του νερού. Αυτό, ωστόσο, δεν την καθιστά λιγότερο επικίνδυνη, αντιθέτως ενισχύει τη δυναμική της ροής.

Ο κ. Γράφας και η ομάδα του ολοκλήρωσαν την αποστολή τους με επιτυχία, αλλά δεν σκοπεύουν να επιστρέψουν. «Είναι ένα μέρος στο οποίο θα ταξιδέψουμε ξανά μόνο μέσω του βίντεό μας», λέει. Και η συμβουλή του προς τους υπόλοιπους είναι ξεκάθαρη: «Αυτό πρέπει να κάνουν και οι θεατές».
Το «Πηγάδι του Διαβόλου» δεν είναι απλώς ένα σημείο κατάδυσης. Είναι μια υπενθύμιση των ορίων του ανθρώπου απέναντι στη φύση. Ενα μέρος όπου η εμπειρία, η τεχνολογία και η τόλμη συναντούν το άγνωστο και συχνά υποχωρούν μπροστά του. Και ίσως αυτό είναι που το καθιστά τόσο γοητευτικό, αλλά και τόσο επικίνδυνο. Γιατί, όπως δείχνει η ιστορία του, εκεί κάτω δεν συγχωρούνται λάθη.
Η προειδοποίηση

Κατά το παρελθόν, είχαν τοποθετηθεί κάγκελα, προκειμένου να αποτρέπουν την πρόσβαση στο σπήλαιο. Με τα χρόνια, όμως, διαβρώθηκαν και δεν αντικαταστάθηκαν. Μόνο μία επιγραφή παραμένει να υπενθυμίζει τον κίνδυνο: «Πέρα από το σημείο αυτό, δεν υπάρχει τίποτα να δεις που να αξίζει περισσότερο από τη ζωή».
Αλλες τραγωδίες

Η πρόσφατη τραγωδία με τον 34χρονο δύτη Πλάτωνα Σουλιώτη δεν είναι η μοναδική. Το 1978, τρεις νεαροί Αμερικανοί εξαφανίστηκαν μέσα στη σήραγγα. Επί δεκαετίες η τύχη τους παρέμενε άγνωστη, ωσότου εντοπίστηκαν ίχνη και αντικείμενα από μεταγενέστερες αποστολές. Οι συνθήκες του θανάτου τους δεν αποσαφηνίστηκαν ποτέ πλήρως, όμως οι ειδικοί εκτιμούν ότι παρασύρθηκαν βίαια προς το εσωτερικό. Το 1990, ένας ακόμη δύτης, ο Παναγιώτης Τζωρτζάτος, έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια μίας επιχείρησης ανάσυρσης. Το σημείο απέκτησε, έτσι, μία σκοτεινή φήμη, ενισχύοντας τον χαρακτηρισμό «Πηγάδι του Διαβόλου».

