
Παιδιά και έφηβοι εμφανίζουν αυξανόμενα ποσοστά σχολικής δυσφορίας, σωματοποιημένου άγχους, άρνησης φοίτησης και κοινωνικής απόσυρσης, ενώ παράλληλα ολοένα και περισσότεροι γονείς αναζητούν λύσεις εκτός της τυπικής σχολικής δομής, με την κατ’ οίκον διδασκαλία να αποτελεί μία από τις ταχύτερα αυξανόμενες επιλογές. Σε κάποιες χώρες του εξωτερικού, όπως η Αγγλία, ο Καναδάς και η Αυστραλία, η κατ΄οίκον εκπαίδευση είναι αρκετά δημοφιλής. Στη χώρα μας παρατηρείται ραγδαία αύξηση της επιθυμίας τόσο των γονέων όσο και των παιδιών για κατ΄οίκον διδασκαλία κλονίζοντας έτσι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που φαίνεται να καταρρέει.
Τα σχολεία την τελευταία δεκαετία έχουν μετατραπεί σε αρένες επιβίωσης τόσο για τα παιδιά όσο και τους εκπαιδευτικούς. Η χαρά της μάθησης έχει εξαφανιστεί και οι σχέσεις των παιδιών είναι από χλιαρές μέχρι επιθετικές. Οι φιλίες είναι δύσκολες και οι κλίκες αποκλείουν συστηματικά τον ευάλωτο και αδύναμο. Η λύση για κάποιον που νοιώθει την ανάγκη να ανήκει κάπου είναι μονόδρομος. Πρέπει να συγχωνευτεί και να γίνει ίδιος με τους άλλους, ξεπουλώντας τις αξίες και τα θέλω του προκειμένου να βγει από τον αβάσταχτο πόνο της ψυχικής του μοναξιάς. Διαφορετικά, θα πληρώσει το τίμημα: στοχοποίηση, χλευασμός, απαξίωση και ψυχική ή/και σωματική εξουθένωση που μπορεί να οδηγήσει τα παιδιά ακόμα και στην αυτοκτονία.
Το σχολείο έχει μετατραπεί σε χώρο εκτόνωσης βίαιων και ακραίων συναισθημάτων μιας και τα παιδιά βρίσκονται συνεχώς στη θέση του ελλείματος. Τα υλικά αγαθά και η άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων τους δεν μπορούν να κλείσουν το ψυχικό καιάδα που ουρλιάζει και βιαιοπραγεί από το πόνο του συναισθηματικού ελλείματος. Τι μπορούν συναισθηματικά όμως να δώσουν τα παιδιά και πως ζητάμε ενσυναίσθηση όταν μεγαλώνουν σε μια κοινωνία που δεν επενδύει στη ψυχική και συναισθηματική τους ανάπτυξη;
Πόσο ασφαλής μπορεί να νοιώθει ένας γονέας ενός ευαίσθητου παιδιού ή παιδιού με ειδικές ανάγκες σε τάξεις επιβίωσης; Φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις και μέσα σε αυτές είναι εκπαιδευτικοί ήρωες, που παλεύουν καθημερινά και παράγουν αξιοθάυμαστο έργο. Όμως ποιος αναγνωρίζει έμπρακτα τις προσπάθειες και το έργο τους;
Οι προκλήσεις είναι πολλές και μέσα σε αυτές είναι και η αύξηση των συναισθηματικών δυσκολιών των παιδιών που αδυνατούν να ανταποκριθούν στο σχολικό πρόγραμμα. Η επιλογή της κατ΄οίκον διδασκαλίας συχνά δεν αντικατοπτρίζει εκπαιδευτική φιλοσοφία αλλά αμυντική ανάγκη: την προσπάθεια του παιδιού και της οικογένειας να περιορίσουν εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες που βιώνονται ως αφόρητοι.
Μελέτες των τελευταίων ετών αναφέρουν ότι παρατηρείται σημαντική ανοδική τάση στα ποσοστά παιδικού άγχους και κατάθλιψης, συνδεόμενα άμεσα με δυσκολίες παρακολούθησης σχολείου. Τα παιδιά που εμφανίζουν αγχώδεις διαταραχές παρουσιάζουν σε υψηλή συχνότητα αποφυγή σχολείου, κρίσεις πανικού το πρωί, σωματικά συμπτώματα (κοιλιακό άλγος, ναυτία, πονοκέφαλο) και έντονη δυσκολία προσαρμογής. Παράλληλα, οι γονείς αναφέρουν αυξανόμενη ανησυχία για την ψυχική ευημερία των παιδιών, οδηγώντας σε περισσότερα αιτήματα τροποποίησης σχολικής φοίτησης ή κατ’ οίκον διδασκαλίας.
Η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι η σχολική άρνηση, η οποία συχνά συνοδεύεται από σημαντικό άγχος αποχωρισμού ή κοινωνικό άγχος, βρίσκεται σε συνεχή άνοδο. Η σταδιακή αύξηση των περιστατικών που σχετίζονται με δυσφορία απέναντι στο σχολικό περιβάλλον συμβαδίζει με την άνοδο της κατ’ οίκον διδασκαλίας για λόγους ψυχικής υγείας.
Σε πολλά εκπαιδευτικά συστήματα η έμφαση στη επίδοση έχει μειώσει τον βιωματικό, παιγνιώδη και δημιουργικό χαρακτήρα της μάθησης. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, το παιχνίδι αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό επεξεργασίας άγχους και συμβολικής έκφρασης. Όσο περιορίζεται το παιχνίδι στο σχολικό περιβάλλον, τόσο φτωχαίνει η ικανότητα του παιδιού να μεταβολίζει εσωτερικές εντάσεις.
Πολλές φορές η σχολική δυσφορία εκφράζει όχι μόνο ατομικές συγκρούσεις αλλά και οικογενειακές δυναμικές. Αν το παιδί λειτουργεί ως φορέας του άγχους της οικογένειας (π.χ. φόβος αποτυχίας, υπερεπένδυση στην επίδοση, δυσκολία αποχωρισμού), τότε το σχολείο γίνεται ο τόπος όπου εκδηλώνεται η ψυχική σύγκρουση.
Η αύξηση της επιθυμίας για κατ’ οίκον διδασκαλία δεν αποτελεί απλώς εκπαιδευτική τάση. Είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης ψυχικής και κοινωνικής κρίσης. Τα παιδιά σήμερα βιώνουν υψηλά επίπεδα άγχους, συχνά σε ένα σχολικό περιβάλλον που δεν μπορούν να επεξεργαστούν συμβολικά ή συναισθηματικά. Η κατ΄οίκον διδασκαλία δεν πρέπει να είναι η λύση στα προαναφερθέντα προβλήματα.
Τα σχολεία πρέπει να γίνουν ξανά φιλόξενα και να αγκαλιάζουν όλα τα παιδιά προσφέροντας γνώση, κοινωνικοποίηση και ασφάλεια. Προτείνεται λοιπόν:
1. Ενίσχυση του συναισθηματικού κλίματος στο σχολεία
Το κάθε παιδί είναι μοναδικό αλλά μαθαίνει μόνο όταν νιώθει ασφαλές. Προγράμματα υποστήριξης του εκπαιδευτικού προσωπικού στη διαχείριση μεταβιβάσεων–αντιμεταβίβασης, στις μικροδυναμικές της τάξης και στην κατανόηση των ασυνείδητων συγκρούσεων μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον που μειώνει το άγχος και επιτρέπει την ελεύθερη σκέψη. Η κοινωνικοσυναισθηματική μάθηση πρέπει να αποτελεί το πυρήνα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Με σωστή εκπαίδευση και άμεση εφαρμογή , μπορούμε να δούμε αποτελέσματα.
2. Συστηματική ψυχολογική υποστήριξη μαθητών και γονέων
Τα σχολεία χρειάζονται σταθερές δομές: σχολικούς ψυχολόγους εκπαιδευμένους στη ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, ομάδες γονέων, ομάδες παιδιών. Όχι ως «διορθωτικός μηχανισμός», αλλά ως πλαίσιο όπου μπορούν να επεξεργαστούν συλλογικά άγχη, διλήμματα και φαντασιώσεις καταστροφής/απόσυρσης.
3. Ψυχοεκπαίδευση γονέων
Πολλές γονεϊκές επιλογές υπέρ της κατ’ οίκον διδασκαλίας κινητοποιούνται από ασυνείδητους φόβους (ευθραυστότητας του παιδιού, αβοήθητου εαυτού, προβολικές ταυτίσεις). Η ψυχοεκπαίδευση χρειάζεται να ενσωματώνει ψυχοδυναμικά στοιχεία: πώς ο γονέας μπορεί να διακρίνει το δικό του άγχος από το άγχος του παιδιού και να μην συμμαχεί με την αποφυγή.
4. Δημιουργία σχολικών χώρων «holding»
Σύμφωνα με τη θεωρία του Winnicott, το παιδί χρειάζεται έναν χώρο κράτησης και υποστήριξης. Τα σχολεία μπορούν να αναπτύξουν χώρους ηρεμίας, προσωρινής απόσυρσης ή συνάντησης με ειδικό προσωπικό ώστε το παιδί να ρυθμίζει το άγχος του χωρίς να καταφεύγει στη γενικευμένη αποχώρηση από το σχολικό πλαίσιο.
5. Ενδυνάμωση της συνεργασίας σχολείου–οικογένειας
Η κατ’ οίκον διδασκαλία συχνά αναδύεται όταν το επικοινωνιακό τρίγωνο (παιδί–γονέας–σχολείο) καταρρέει. Συνεδρίες τριμερούς διαλόγου, λειτουργικές συναντήσεις με ψυχοδυναμική εποπτεία και κοινά πλάνα παρέμβασης μπορούν να αποκαταστήσουν το αίσθημα εμπιστοσύνης.
6. Πρωτόκολλα για την έγκαιρη ανίχνευση ψυχικών διαταραχών
Όσο πιο νωρίς αναγνωρίζεται το άγχος, τόσο λιγότερο μετατρέπεται σε αποφυγή. Ψυχοδυναμικά, το άγχος συνδέεται με φαντασιώσεις απώλειας ή τιμωρίας, με το Υπερεγώ και με την εσωτερίκευση απειλητικών αντικειμένων. Ένα σχολείο που εντοπίζει εγκαίρως αυτά τα σήματα μειώνει την ανάγκη του παιδιού να αποσυρθεί πλήρως στο σπίτι.
Η αυξανόμενη επιθυμία για κατ’ οίκον διδασκαλία δεν αποτελεί απλώς μια πρακτική επιλογή γονέων, αλλά ένα πολυεπίπεδο ψυχικό φαινόμενο. Το σχολείο λειτουργεί ως χώρος όπου το παιδί καλείται να επεξεργαστεί αποχωρισμούς, να αντέξει τη ματαίωση, να σχετισθεί με νέα αντικείμενα και να αναπτύξει την ικανότητα σκέψης μέσα σε σχέση.
Όταν το σχολικό περιβάλλον αδυνατεί να προσφέρει ασφάλεια και κράτημα (holding), όταν γονείς και παιδιά βιώνουν απειλή, πραγματική ή φαντασιακή, και όταν το άγχος επικρατεί έναντι της απόλαυσης της μάθησης και της συνύπαρξης, τότε η κατ’ οίκον διδασκαλία αναδύεται ως μια μορφή ψυχικής άμυνας: ως αποφυγή, ως απόσυρση, ως προσπάθεια διατήρησης μιας φαντασίωσης ελέγχου.
Αν θέλουμε να αντιστρέψουμε την τάση, χρειάζεται να ενισχύσουμε το σχολείο με έμφαση στο συναίσθημα. Δεν αρκεί να αυξήσουμε τις ώρες διδασκαλίας ούτε να εφαρμόσουμε συμπεριφορικές πρακτικές και ποινές. Το σχολείο πρέπει να ξαναγίνει συμβολικό πεδίο ανάπτυξης και ασφαλής τόπος όπου ο μαθητής μπορεί να δοκιμάσει την αυτονομία του σε ένα περιβάλλον που αντέχει τα συναισθήματα, τις συγκρούσεις, τις προβολές και τη δημιουργικότητά του.
Το στοίχημα της εκπαίδευσης είναι βαθιά ψυχικό: να ξαναγίνει ο σχολικός χώρος ένας τόπος όπου το υποκείμενο μπορεί να υπάρξει, να αποκτήσει γνώσεις και να αναπτυχθεί ψυχικά, συναισθηματικά και γνωσιακά εντός μιας ζωντανής σχέσης με τον Άλλο.

