Ο νεκρός ταυτοποιήθηκε ως ο Λορένσο Σαλγκάντο Αραούχο, ο οποίος σύμφωνα με την ICE ήταν Μεξικανός υπήκοος και «παράτυπος μετανάστης» που προσπάθησε να διαφύγει τη σύλληψη κατά τη διάρκεια μιας «στοχευμένης επιχείρησης επιβολής του νόμου» από ομοσπονδιακούς αξιωματούχους μετανάστευσης.
Ο Ρονάλντο Σαλγκάντο, ο οποίος συστήθηκε ως γιος του νεκρού οδηγού, έδωσε μια διαφορετική εκδοχή μιλώντας στον ισπανόφωνο τηλεοπτικό σταθμό Telemundo Houston, διευκρινίζοντας ότι ο πατέρας του πυροβολήθηκε ενώ αναζητούσε εργάτες στην περιοχή.
Σύμφωνα με την εκδοχή της ICE για το περιστατικό, ο Σαλγκάντο «εμβόλισε ένα όχημα επιβολής του νόμου της ICE, αρνήθηκε να ακολουθήσει πολλαπλές προφορικές εντολές και χρησιμοποίησε το όχημά του ως όπλο σε μια προσπάθεια να παρασύρει έναν αξιωματικό επιβολής του νόμου της ICE».
Η αντιπαράθεση είχε ως αποτέλεσμα «ο αξιωματικός μας να πυροβολήσει με το όπλο του σε αυτοάμυνα», πλήττοντας τον οδηγό, ο οποίος μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο όπου και υπέκυψε στα τραύματά του, ανέφερε η ICE.
Βίντεο που κατέγραψε περαστικός και αναρτήθηκε στο διαδίκτυο από το KRIV-TV (θυγατρικό δίκτυο του Fox στο Χιούστον) έδειξε δύο πράκτορες να έχουν σκύψει πάνω από έναν άνδρα που κείτονταν στον δρόμο, στην πλευρά του οδηγού ενός λευκού ημιφορτηγού. Δύο άλλοι άνδρες φαίνονται στο έδαφος με χειροπέδες στην άλλη πλευρά του οχήματος.
Έρευνα από τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες
Το νέο περιστατικό σημειώθηκε εν μέσω μιας πρόσφατης αύξησης του αριθμού των συλλήψεων από την ICE σε εθνικό επίπεδο, με τους αξιωματικούς μετανάστευσης να συλλαμβάνουν περίπου 2.000 μετανάστες την ημέρα την περασμένη εβδομάδα, σύμφωνα με δύο πηγές που επικαλείται το Reuters.
Τουλάχιστον έξι άνθρωποι έχουν σκοτωθεί από πυρά ομοσπονδιακών αξιωματούχων μετανάστευσης από τον Ιανουάριο του 2025, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του και διέταξε μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις απέλασης.
Σε αρκετές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, οι αρχικές δηλώσεις των υπηρεσιών επιβολής του νόμου για τη μετανάστευση σχετικά με τη χρήση βίας αμφισβητήθηκαν από βίντεο ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, μερικές φορές και στα δικαστήρια.
Τον Οκτώβριο, μια γυναίκα από την περιοχή του Σικάγο, η Μαριμάρ Μαρτίνεζ, κατηγορήθηκε ότι εμβόλισε με το αυτοκίνητό της αξιωματικούς επιβολής του νόμου. Πυροβολήθηκε πέντε φορές αλλά επέζησε. Οι κατηγορίες εναντίον της τελικά αποσύρθηκαν και τα αποδεικτικά στοιχεία από βίντεο έδειξαν ότι οι πράκτορες μπορεί να είχαν χτυπήσει οι ίδιοι το όχημά της.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ δήλωσαν επίσης ότι δύο Αμερικανοί πολίτες που έπεσαν νεκροί από πυρά ομοσπονδιακών πρακτόρων στους δρόμους της Μινεάπολης τον Ιανουάριο, η Ρενέ Γκουντ και ο Άλεξ Πρέτι, είχαν απειλήσει με σωματική βλάβη τους πράκτορες πριν σκοτωθούν — παρά τα στοιχεία από βίντεο που έδειχναν το αντίθετο.
Τον Μάιο, εισαγγελέας της Μινεσότα απήγγειλε κατηγορίες σε πράκτορα της ICE για επίθεση εναντίον ενός άνδρα από τη Βενεζουέλα σε μη θανατηφόρο πυροβολισμό στη Μινεάπολη, κατά τη διάρκεια της ίδιας καταστολής της μετανάστευσης στην οποία σκοτώθηκαν οι Γκουντ και Πρέτι.
Η ICE ανέφερε στην ανακοίνωσή της ότι το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, θα ηγηθεί της έρευνας για τον πυροβολισμό, ενώ το FBI θα ηγηθεί της έρευνας για την «πιθανή επίθεση κατά αξιωματικού επιβολής του νόμου».
Η βουλευτής των ΗΠΑ Σίλβια Γκαρσία, Δημοκρατική από το Τέξας που εκπροσωπεί τη γειτονιά όπου σημειώθηκε ο πυροβολισμός, ζήτησε «πλήρη και αμερόληπτη έρευνα», προσθέτοντας ότι «η οικογένεια του θύματος, οι ψηφοφόροι μου και ολόκληρη η κοινότητα αξίζουν μια πλήρη και διαφανή λογοδοσία για το τι συνέβη».
Το αίτημα για ανεξάρτητη έρευνα συνεπικουρήθηκε από τον Ρόμαν Παλομάρες, πρόεδρο της Ένωσης Ηνωμένων Πολιτών Λατινικής Αμερικής: «Έχουμε δει ένα μοτίβο εμπλοκής της ICE σε πυροβολισμούς και υπερβολική χρήση βίας», δήλωσε. «Κάθε φορά μια οικογένεια μένει χωρίς απαντήσεις και μια κοινότητα μένει μέσα στον φόβο».
Ο Σαλγκάντο είχε μακροχρόνιες ρίζες στο Χιούστον, σύμφωνα με τον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό KHOU-TV (θυγατρικό δίκτυο του CBS), ο οποίος μετέδωσε ότι ο ίδιος και η σύζυγός του είχαν στην ιδιοκτησία τους ένα σπίτι στο ανατολικό άκρο της πόλης για περίπου 27 χρόνια και ότι κατείχε άδεια οδήγησης του Τέξας από το 1993.
Μια αυτόπτης μάρτυρας των όσων ακολούθησαν αμέσως μετά τον πυροβολισμό, εξέφρασε την οργή της για το περιστατικό σε συνέντευξή της στο Reuters. «Αυτός ο άνθρωπος δούλευε σκληρά. Κυνηγήστε τους εγκληματίες… τους βιαστές, τους δολοφόνους. Γιατί να κυνηγήσετε έναν εργατικό άνθρωπο;», είπε.

