Η είδηση μεταδόθηκε μέσω του πολιτιστικού κέντρου Polo del ‘900 στο Τορίνο και επιβεβαιώθηκε από διεθνή πρακτορεία ειδήσεων. Η απώλειά του σηματοδοτεί το τέλος μιας από τις πιο επιδραστικές διανοητικές παρουσίες της σύγχρονης ιστοριογραφίας. Ο Γκίνζμπουργκ γεννήθηκε στις 15 Απριλίου 1939 στο Τορίνο, μέσα σε μια οικογένεια βαθιά συνδεδεμένη με τη διανόηση και την αντιφασιστική δράση.
Ήταν γιος της συγγραφέως και μεταφράστριας Νατάλια Γκίνζμπουργκ και του καθηγητή και αντιφασίστα αγωνιστή Λεόνε Γκίνζμπουργκ. Η οικογενειακή του εμπειρία σημαδεύτηκε από τον φασισμό και τον πόλεμο, γεγονός που ο ίδιος περιέγραφε ως συνύπαρξη προνομίου (πνευματικό περιβάλλον) και περιθωριοποίησης (ως εβραϊκή οικογένεια στη φασιστική Ιταλία).
Αργότερα, αναφερόμενος στην παιδική του ηλικία, σημείωνε ότι μεγάλωσε «μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία», αλλά και μέσα σε μια ιστορική συνθήκη διωγμού και απώλειας. Ο Γκίνζμπουργκ υπήρξε καθηγητής σε σημαντικά πανεπιστήμια όπως το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, η Scuola Normale Superiore di Pisa, και το University of California, Los Angeles (UCLA). Συγκαταλέγεται στους στοχαστές που ανανέωσαν ριζικά τη μεθοδολογία της ιστορίας, συνδέοντας την αρχειακή έρευνα με φιλοσοφικά ερωτήματα για την αλήθεια, την ερμηνεία και τη γνώση.
Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα της μικροϊστορίας, το οποίο αναπτύχθηκε ως αντίδραση στην ποσοτική και δομική ιστοριογραφία που συνδέθηκε με τη Σχολή των Annales School από τη δεκαετία του 1930. Εστιάζει σε μεμονωμένες περιπτώσεις,
χρησιμοποιεί λεπτομερή αρχειακή ανάλυση, και επιδιώκει να αναδείξει ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές δομές μέσα από το «μικρό». Στόχος της δεν είναι να μειώσει τη σημασία των μεγάλων αφηγήσεων, αλλά να τις συμπληρώσει μέσα από την εμπειρία των «αφανών».
Μέσα από τα πρακτικά της δίκης, ο Γκίνζμπουργκ ανασυνθέτει μια εντυπωσιακή κοσμολογία του Μενόκκιο, όπου ο κόσμος συγκρίνεται με το «τυρί» που από το «γάλα» γεννά «σκουλήκια», δηλαδή μορφές ζωής και τάξης. Η σημασία του έργου έγκειται: στην ανάδειξη της λαϊκής σκέψης, στη συνάντηση προφορικού και γραπτού πολιτισμού, και στην αποκάλυψη της δημιουργικότητας των μη ελίτ κοινωνικών στρωμάτων. Στο έργο Ο δικαστής και ο ιστορικός (1991), ο Γκίνζμπουργκ παρεμβαίνει στη δημόσια συζήτηση γύρω από τη δίκη του δημοσιογράφου Αντριάνο Σόφρι. Τα όρια της δικαστικής αλήθειας, την αξιοπιστία των αποδείξεων, και τη σχέση ανάμεσα σε ιστορική και δικαστική ερμηνεία.
Ο Γκίνζμπουργκ υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη υπόθεση έθετε σοβαρά ζητήματα δικαστικής εγκυρότητας, αντλώντας παραλληλισμούς με ιστορικές δίκες της πρώιμης νεότερης περιόδου, όπως εκείνες της Ιεράς Εξέτασης.Υπήρξε διανοούμενος της ιταλικής αριστεράς και συμμετείχε ενεργά σε δημόσιες συζητήσεις γύρω από ζητήματα δικαιοσύνης, ιστορικής μνήμης και πολιτικής ευθύνης. Η παρέμβασή του στην υπόθεση Σόφρι, μαζί με άλλους διανοουμένους, τον κατέστησε σημείο αναφοράς όχι μόνο για την ιστοριογραφία αλλά και για τη δημόσια διανόηση στην Ιταλία.
Το έργο του Γκίνζμπουργκ αναδιαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ιστορία. Έδειξε ότι: οι «μικρές» ιστορίες μπορούν να αποκαλύψουν μεγάλες δομές, τα αρχεία των δικών μπορούν να γίνουν παράθυρα σε χαμένες κοσμοαντιλήψεις, και οι απλοί άνθρωποι έχουν δική τους ιστορική φωνή. Με τον θάνατο του Κάρλο Γκίνζμπουργκ κλείνει ένα κεφάλαιο της ιστοριογραφίας που έφερε στο προσκήνιο τους «αόρατους» της ιστορίας. Το έργο του παραμένει θεμέλιο για όσους μελετούν όχι μόνο τι συνέβη στο παρελθόν, αλλά και πώς αυτό μπορεί να ειπωθεί μέσα από τις πιο μικρές, αλλά αποκαλυπτικές, ανθρώπινες ιστορίες.

