Ενας συνδυασμός πιέσεων από τον Τραμπ, δεσμεύσεων συλλογικής άμυνας και ανησυχιών για τις τιμές της ενέργειας και τις μελλοντικές ροές προσφύγων έλκει ολοένα και περισσότερο τα ευρωπαϊκά κράτη να παραμένουν κοντά στη σύγκρουση.
Στο εσωτερικό της Ευρώπης, ο πόλεμος είναι βαθιά αντιδημοφιλής, με πολλούς να ανησυχούν για τις ροές προσφύγων, ενώ υπάρχει γενική αποστροφή για τη στρατιωτική δράση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή μετά την εισβολή με την επιχείρηση «IRAQI FREΕDOM» στο Ιράκ το 2003.
Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι αγωνίζονται να προβάλουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, μία θέση που στοχεύει στο να είναι ικανοί να ενεργούν ανεξάρτητα και προς το συμφέρον τους, ακόμη και όταν αυτά τα συμφέροντα αποκλίνουν από τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, ιδίως των ΗΠΑ, αλλά χωρίς να διευρύνουν το διατλαντικό ρήγμα.
Περαιτέρω περιπλοκή της στάσης της Ευρώπης σε αυτή τη σύγκρουση αποτελεί η έλλειψη προειδοποίησης και η ανεπαρκής άμυνα που έχουν παράσχει οι ΗΠΑ στις χώρες του Κόλπου για να τις προστατεύσουν από τα ιρανικά αντίποινα, κάτι που αναμφίβολα σχετίζεται με τον τρόπο που οι Ευρωπαίοι σκέφτονται την αποτροπή εναντίον μιας ρεβανσιστικής Ρωσίας.
Πολυφωνία
Η Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ε.Ε., δεν έχει μιλήσει με μία φωνή για τη στρατιωτική επιχείρηση «Επική Οργή» ή τον πόλεμο στο Ιράν. Ενώ οι περισσότερες χώρες έχουν δηλώσει ότι δεν θα συμμετάσχουν ή δεν θα διευκολύνουν την επιθετική δράση των ΗΠΑ από το έδαφός τους ή τις βάσεις τους, ορισμένες έχουν μαλακώσει τις θέσεις τους και έχουν επιτρέψει στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν τις βάσεις τους για αμυντικούς σκοπούς.
Ο πιο ξεκάθαρος μέχρι στιγμής ήταν ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο ΣάντσεΘ, ο οποίος δήλωσε ότι η Ισπανία «δεν θα είναι συνένοχη σε κάτι που είναι κακό για τον κόσμο -και που είναι επίσης αντίθετο με τις αξίες και τα συμφέροντά μας- απλώς από φόβο αντιποίνων από κάποιον».
Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν εμπλακεί πιο ενεργά στη σύγκρουση, αν και έχουν χαρακτηρίσει τις ενέργειές τους ως αυστηρά αμυντικές, κάτι που δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς είναι οι δύο ευρωπαϊκές χώρες με στρατιωτικές βάσεις στον Κόλπο και έχουν ισχυρούς αμυντικούς δεσμούς με ΗΑΕ, Ομάν, Κατάρ και Μπαχρέιν.
Η Γερμανία, η οποία φιλοξενεί τη μεγαλύτερη στρατιωτική βάση των ΗΠΑ στην Ευρώπη, υπήρξε η πιο δεκτική στις απαιτήσεις των ΗΠΑ. Η γιγάντια αεροπορική βάση Ράμσταϊν έχει χρησιμεύσει ως κρίσιμος κόμβος συντονισμού στον συνεχιζόμενο πόλεμο με το Ιράν και έχει χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για επιθετικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ.
Ολοι αυτοί οι ελιγμοί δεν αποτελούν μόνο απάντηση στην αποστροφή του ευρωπαϊκού εκλογικού σώματος για περισσότερες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, ειδικά με αυτόν τον τελευταίο πόλεμο να αντικατοπτρίζει μεγάλο μέρος της ανοησίας της εισβολής στο Ιράκ το 2003.
Εάν η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία ορίζεται ως η ανεξάρτητη δράση και προς το συμφέρον της, τότε η μη επιθετική εμπλοκή θα ευθυγραμμιζόταν με αυτό. Ταυτόχρονα, η στρατηγική αυτονομία είναι αξιόπιστη μόνο όταν η Ευρώπη προστατεύει τις δικές της στρατιωτικές βάσεις στο εξωτερικό και τηρεί τις συλλογικές αμυντικές της δεσμεύσεις, είτε εντός της Ε.Ε.
Η μετακίνηση ευρωπαϊκών στρατιωτικών στοιχείων στην περιοχή, κυρίως στην Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο, έχει μέχρι στιγμής συμπεριλάβει τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Σταθερότητα
Η στρατηγική αυτονομία στο πλαίσιο της σύγκρουσης με το Ιράν έχει επίσης καταλήξει να υποδηλώνει την προτεραιότητα στην ευρωπαϊκή σταθερότητα έναντι του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ-Ισραήλ για αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Για την Ευρώπη, υψηλή προτεραιότητα είναι η σταθεροποίηση των τιμών ενέργειας το συντομότερο δυνατό, για να αποφευχθεί η οικονομική ύφεση.
Καθώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια ρεβανσιστική Ρωσία στην ανατολική της πλευρά και τον μεγαλύτερο πόλεμο στην ήπειρο από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ουκρανία, η αντιληπτή έλλειψη προστασίας των ΗΠΑ για τα κράτη του Κόλπου μπορεί να επηρεάσει τις αμυντικές και αποτρεπτικές σκέψεις της Ευρώπης. Ηταν ο πόλεμος στην Ουκρανία που επιτάχυνε την αναζήτηση μεγαλύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας ενώ τώρα προστίθεται και ο πάντοτε πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά ανεξέλικτος χάρτης της Μ. Ανατολής.
ΑΠΕΙΛΕΣ
Οι επιπτώσεις της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής κρίσης του 2015 αποτελούν έντονο στοιχείο στους ευρωπαϊκούς υπολογισμούς: ένα ακόμη κύμα προσφύγων σχεδόν σίγουρα θα αποτελούσε μοιραίο πλήγμα για τα παλαιά πολιτικά κόμματα και πιθανότατα θα οδηγούσε σε εκλογικές νίκες τα νέα ακροδεξιά κόμματα.
Η Ευρώπη γνωρίζει επίσης τις απειλές που θέτει το Ιράν, συμπεριλαμβανομένων των τρομοκρατικών ενεργειών σε ευρωπαϊκό έδαφος. Οι πολιτικές και οικονομικές υποδομές έχουν στοχοποιηθεί σε όλες τις χώρες του Κόλπου από την έναρξη των αντιποίνων από το Ιράν.

