Η ταινία που κέρδισε το ανώτατο βραβείο του διαγωνισμού μας παρουσιάζει την ιστορία ενός ζευγαριού καλλιτεχνών, της Ντέρια και του Αζίζ, οι οποίοι μπαίνουν στο στόχαστρο ενός αυταρχικού καθεστώτος, χάνοντας τις δουλειές και το σπίτι τους. Ο Αζίζ είναι καθηγητής θεάτρου στο Πανεπιστήμιο και θεατρικός συγγραφέας, ενώ η Ντέρια είναι ηθοποιός που πρωταγωνιστεί, με μεγάλη επιτυχία, στα έργα του συζύγου της. Μετά την καταγγελία ενός φοιτητή, ο Αζίζ τίθεται σε διαθεσιμότητα, κατηγορούμενος για “προδοσία και τρομοκρατία”. Παράλληλα, το θέατρο όπου εργάζεται η Ντέρια αποφασίζει να σταματήσει να ανεβάζει το έργο του Αζίζ, θέτοντας και την ίδια σε…διαθεσιμότητα, αφότου διαμαρτυρηθεί για τις εξελίξεις.
Όταν η αστυνομία θα ανακρίνει όλους τους γείτονές τους στην πολυκατοικία όπου ζουν και ο διαχειριστής τους ζητήσει αυτό “να μην ξανασυμβεί”, η Ντέρια και ο Αζίζ θα εγκαταλείψουν την Άγκυρα μαζί με την 13χρονη κόρη τους και θα πάνε να ζήσουν προσωρινά στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με την μητέρα του Αζίζ. Από εκεί και έπειτα, ο Αζίζ θα αρχίσει να εργάζεται ως ταξιτζής, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ανεβάσει το καινούργιο του έργο σε ένα μικρό, ανεξάρτητο θέατρο, ενώ η Ντέρια μπαίνει στον πειρασμό να δεχθεί ένα ρόλο σε δημοφιλή τουρκική σειρά, ώστε η οικογένειά της να ορθοποδήσει και πάλι και η ίδια να εξασφαλίσει την οικονομική της ανεξαρτησία.
Η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στη Γερμανία, με Τούρκους, βέβαια, ηθοποιούς. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Τσατάκ δεν κάνει μεγάλη προσπάθεια να μας πείσει πως βρισκόμαστε στην Τουρκία: Η ταινία ξεκινά με ένα γενικό πλάνο του Βερολίνου, τραβηγμένο από ντρόουν, ενώ στην οθόνη αναγράφεται: “Το Βερολίνο ως Άγκυρα”. Αργότερα, έχουμε ένα παρόμοιο πλάνο στο Αμβούργο, το οποίο παρουσιάζεται ως “Κωνσταντινούπολη”.
Η επιλογή αυτή ξένισε μερίδα του κοινού και των (Γερμανών) κριτικών, που δεν μπόρεσαν να νιώσουν ότι βρίσκονται στην Τουρκία και να πειστούν από την ιστορία, βλέποντας στην οθόνη μερικές πολύ χαρακτηριστικές τοποθεσίες της Γερμανίας, όπως η Πύλη του Βραδεμβούργου. Η ταινία κατηγορήθηκε επίσης για ασάφειες, αφού σε κανένα σημείο δεν μαθαίνουμε ποιος βρίσκεται στην εξουσία (η Ντέρια και ο Αζίζ κάνουν γενικώς λόγο για έναν “Πρόεδρο”). Αυτό που ξέρουμε είναι πως η χώρα όπου βρίσκονται οι πρωταγωνιστές είναι σε πόλεμο “με όλο τον υπόλοιπο κόσμο”, ότι το ζευγάρι είναι φιλειρηνιστές και αντικαθεστωτικοί και ότι η κυβέρνηση αυτής της σχεδόν απροσδιόριστης χώρας κάνει λόγο για “τρομοκράτες”.
Δεδομένης της τρέχουσας κατάστασης στην Τουρκία και της υπόθεσης του έργου, πιθανώς πολλοί περίμεναν πως ο Τσατάκ και οι δύο συν-σεναριογράφοι του (Άιντα Μέριεμ Τσατάκ και Ενίς Κιοστεπέν) θα έκαναν ευθεία επίθεση στο καθεστώς Ερντογάν – κάτι που δεν συμβαίνει. Κριτική δέχθηκαν επίσης οι σεναριογράφοι για το ότι οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες δεν είναι “αγωνιστές του δρόμου” αλλά δύο επιτυχημένοι διανοούμενοι που ζουν μία άνετη οικογενειακή ζωή – τουλάχιστον, μέχρι να αρχίσουν να έρχονται τα κίτρινα γράμματα.
Από το γεγονός και μόνο ότι ο Τσατάκ μας δείχνει γερμανικά μνημεία είναι, ωστόσο, σαφές πως στόχος του δεν ήταν να επικεντρωθεί στο πώς ο Ερντογάν καταπιέζει γενικά τον τουρκικό λαό, αλλά στο πώς τα ολοκληρωτικά καθεστώτα – παντού και πάντα – καταπιέζουν τον κόσμο του πνεύματος, την καλλιτεχνική έκφραση και την ελευθερία του λόγου. Πολύ χαρακτηριστική είναι η σκηνή στο (γερμανικό) δικαστήριο, όπου η κάμερα εστιάζει σε μία επιγραφή που λέει “1933”.
Μπορεί οι Γερμανοί θεατές να ένιωθαν πιο άνετα με ένα αφήγημα του στυλ “ο μετανάστης εξ Ανατολών που βρήκε φωνή στη δημοκρατική Γερμανία”, ωστόσο ο Τσατάκ δεν τους κάνει τη…χάρη, υπενθυμίζοντάς τους πως στο πολύ πρόσφατο παρελθόν η χώρα τους είχε βιώσει παρόμοιες καταστάσεις. Από την άλλη, ο σκηνοθέτης φαίνεται να αναγνωρίζει κάποιες διαφορές μεταξύ Δύσης και Ανατολής, όσον αφορά τα ατομικά δικαιώματα και το δικαίωμα της έκφρασης. Σε μία σκηνή στο θέατρο, ένας χαρακτήρας λέει στην Ντέρια και τον Αζίζ: “Δε νομίζω να μπορέσουμε να βγάλουμε γυμνή γυναίκα επί σκηνής, εδώ δεν είναι Ευρώπη”. (Σημειωτέον, στο σημείο αυτό ολόκληρη η αίθουσα στο Βερολίνο σείστηκε από τα γέλια).
Συνολικά, τα “Κίτρινα Γράμματα” είναι μία ταινία που αποτυπώνει γλαφυρά όχι μόνο την καταπίεση που δέχονται οι καλλιτέχνες σε ζοφερούς καιρούς, αλλά και τους συμβιβασμούς που θα κληθούν να κάνουν, προκειμένου να συνεχίσουν τη ζωή και το έργο τους. Οι διάλογοι, ειδικά ανάμεσα στο ζευγάρι, είναι καλογραμμένοι και καλοπαιγμένοι, με την Οζγκού Ναμάλ ως Ντέρια να ξεχωρίζει ανάμεσα σε ένα πάρα πολύ καλό καστ.
Μπορεί η Τέχνη να αλλάξει τον κόσμο; Ο Τσατάκ εμφανίζεται μάλλον απαισιόδοξος απέναντι στο ερώτημα αυτό. Παρόλα αυτά, φαίνεται να θεωρεί ζωτικής σημασίας το να μπορεί ο κάθε Αζίζ να γράφει τα θεατρικά του και η κάθε Ντέρια να έχει φωνή πάνω σε μία σκηνή, αλλά και έξω από αυτήν. Η κριτική επιτροπή της Μπερλινάλε επίσης εκτίμησε αυτό το μήνυμα, επιβραβεύοντας το φιλμ με τη Χρυσή Άρκτο.
Ακολουθεί μία λίστα με όλες τις ταινίες που κέρδισαν Άρκτο στην Μπερλινάλε:
Αργυρή Άρκτος καλύτερου σεναρίου: Nina Roza της Geneviève Dulude-de Celles (Καναδάς, Βουλγαρία, Ιταλία, Βέλγιο)
Αργυρή Άρκτος δεύτερου ρόλου: Anna Calder-Marshall & Tom Courtenay για την ταινία Queen at Sea (Αγγλία)
Αργυρή Άρκτος πρώτου ρόλου: Σάντρα Χιούλερ για την ταινία Rose (Αυστρία)
Αργυρή Άρκτος καλύτερης σκηνοθεσίας: Γκραντ Γκι για το Everybody Digs Bill Evans (Αγγλία)
Αργυρή Άρκτος καλύτερης ταινίας: Queen at Sea (Αγγλία)
Αργυρή Άρκτος ειδικού βραβείου επιτροπής: Kurtulus (Τουρκία)
Χρυσή Άρκτος καλύτερης ταινίας: Gelbe Briefe (Γερμανία)

