Όπως υποστηρίζουν, η επιτάχυνση της απόσβεσης έχει ήδη δρομολογηθεί, σε συμφωνία με τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές, ενώ μια ακόμη ταχύτερη διαδικασία θα μπορούσε να επηρεάσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, την πιστωτική επέκταση, αλλά και την επενδυτική αξιοπιστία της χώρας.
Παράλληλα, οι ίδιες πηγές επιχειρούν να αποσαφηνίσουν τον τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού, υπογραμμίζοντας ότι ο αναβαλλόμενος φόρος δεν αποτελεί φορολογική απαλλαγή ούτε σημαίνει ότι οι τράπεζες δεν καταβάλλουν φόρους. Όπως σημειώνουν, ο μηχανισμός θεσπίστηκε μετά την οικονομική κρίση προκειμένου να περιοριστούν οι ανάγκες νέας ανακεφαλαιοποίησης με δημόσιους πόρους, ενώ ήδη εφαρμόζεται σχέδιο ταχύτερης απόσβεσης που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, οδηγεί στην πλήρη εξάλειψη του DTC έως το 2032 ή το 2033, δηλαδή περίπου μία δεκαετία νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό.
Τι είναι ο αναβαλλόμενος φόρος
Όπως εξηγούν τραπεζικές πηγές, ο αναβαλλόμενος φόρος αποτελεί λογιστικό μηχανισμό που προβλέπεται από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και χρησιμοποιείται για την αποτύπωση μελλοντικών φορολογικών απαιτήσεων ή υποχρεώσεων που προκύπτουν από διαφορές μεταξύ λογιστικής και φορολογικής αντιμετώπισης συγκεκριμένων οικονομικών γεγονότων Οι ίδιες πηγές διευκρινίζουν ότι η ύπαρξη αναβαλλόμενου φόρου στις οικονομικές καταστάσεις μιας εταιρείας δεν σχετίζεται με το αν αυτή πληρώνει ή όχι φόρο εισοδήματος. Η φορολογική επιβάρυνση εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη φορολογητέων κερδών. Στην περίπτωση των ελληνικών τραπεζών, τα φορολογητέα κέρδη συμψηφίζονται με τις ζημίες που καταγράφηκαν κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Γιατί θεσπίστηκε το DTC
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, το ειδικό καθεστώς του DTC συνδέεται κυρίως με τις μεγάλες ζημίες που προκάλεσαν το PSI και οι διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η σχετική νομοθεσία, που θεσπίστηκε το 2014 και τροποποιήθηκε το 2017, επέτρεψε μέρος του αναβαλλόμενου φόρου να αναγνωρίζεται ως στοιχείο των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών, μέσω εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για την οποία οι τράπεζες καταβάλλουν σχετική προμήθεια. Όπως σημειώνουν οι ίδιες πηγές, η επιλογή αυτή δεν έγινε για να στηριχθούν οι τράπεζες, αλλά για να αποφευχθεί η ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης με πρόσθετους δημόσιους πόρους. Χωρίς τον συγκεκριμένο μηχανισμό, αναφέρουν, οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα ήταν σημαντικά μεγαλύτερες, επιβαρύνοντας περαιτέρω το Ελληνικό Δημόσιο
«Η απόσβεση έχει ήδη επιταχυνθεί»
Κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας των τραπεζών είναι ότι η επιτάχυνση της απόσβεσης του DTC δεν αποτελεί νέα πρόταση, αλλά διαδικασία που ήδη εφαρμόζεται. Όπως αναφέρουν τραπεζικές πηγές, ύστερα από πολύμηνες διαβουλεύσεις με τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές εγκρίθηκε μηχανισμός που επιτρέπει την ταχύτερη απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου σε σχέση με όσα προέβλεπε ο νόμος του 2017. Συγκεκριμένα, πέρα από την ετήσια απόσβεση που προβλέπει η νομοθεσία, το DTC μειώνεται επιπλέον κατά ποσό που αντιστοιχεί στο 29% των μερισμάτων που διανέμουν οι τράπεζες στους μετόχους τους. Όσο μεγαλύτερη είναι η διανομή μερισμάτων, τόσο ταχύτερα μειώνεται και το ύψος του αναβαλλόμενου φόρου. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το 2025 η συνολική απόσβεση του DTC ανήλθε σε περίπου 1,5 δισ. ευρώ, έναντι περίπου 700 εκατ. ευρώ που προέβλεπε το αρχικό πλαίσιο. Με βάση τα επιχειρηματικά σχέδια των τραπεζών, η πλήρης απόσβεση του DTC αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2032 ή το 2033, δηλαδή περίπου 8 έως 10 χρόνια νωρίτερα από την πρόβλεψη του νόμου, που τοποθετούσε την ολοκλήρωση της διαδικασίας το 2042.
Οι επιφυλάξεις για το σενάριο του 2028
Οι ίδιες πηγές εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις απέναντι σε προτάσεις για πλήρη απόσβεση του DTC έως το 2028. Όπως υποστηρίζουν, σε ένα τέτοιο σενάριο θα παρέμενε αναπόσβεστο ποσό περίπου 8 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί περίπου στο 30% των εποπτικών κεφαλαίων CET1 των τραπεζών. Η κάλυψη αυτού του κενού, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, θα απαιτούσε νέες αυξήσεις κεφαλαίου, όχι για αναπτυξιακούς σκοπούς αλλά αποκλειστικά για την κάλυψη εποπτικών απαιτήσεων. Κατά τις ίδιες πηγές, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας, την πιστοληπτική εικόνα της χώρας και το κόστος δανεισμού.
Η απάντηση για τη φορολογία
Απαντώντας στην κριτική ότι οι τράπεζες δεν πληρώνουν φόρους, τραπεζικές πηγές υποστηρίζουν ότι η εικόνα αυτή είναι ελλιπής. Όπως αναφέρουν, οι τράπεζες επιβαρύνονται με σημαντικά ποσά ΦΠΑ για αγαθά και υπηρεσίες που προμηθεύονται, χωρίς να μπορούν να τον συμψηφίσουν, καθώς οι βασικές τραπεζικές υπηρεσίες απαλλάσσονται από ΦΠΑ. Η συγκεκριμένη επιβάρυνση εκτιμάται, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, σε 350-400 εκατ. ευρώ ετησίως. Επιπλέον, καταβάλλουν ετήσια προμήθεια στο Ελληνικό Δημόσιο για την εγγύηση που συνοδεύει τον μηχανισμό του DTC.
Η συμβολή στην οικονομία
Τραπεζικές πηγές επισημαίνουν ακόμη ότι η ισχυρή κεφαλαιακή βάση του τραπεζικού συστήματος έχει ήδη αποτυπωθεί στη χρηματοδότηση της οικονομίας. Επικαλούμενες στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αναφέρουν ότι την περίοδο 2022-2025 η Ελλάδα κατέγραψε μέσο ετήσιο ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις 10,9%, έναν από τους υψηλότερους στην Ευρωζώνη. Παράλληλα, σημειώνουν ότι το μέσο επιτόκιο στα νέα στεγαστικά δάνεια με σταθερό επιτόκιο πενταετίας διαμορφώνεται στο 3,16%, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (3,43%).
Τι απαντούν για την κερδοφορία
Αναφορικά με την κριτική για την κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών, τραπεζικές πηγές σημειώνουν ότι αντίστοιχοι δείκτες εμφανίζονται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Αυστρία, όπου η κερδοφορία των τραπεζικών συστημάτων κυμαίνεται μεταξύ 1,7% και 2,1% του ΑΕΠ, ενώ παρόμοια εικόνα παρουσιάζουν και τα επιτοκιακά περιθώρια.

