Και η πλήρης ματαίωση όλων αυτών, ενώπιον των προβλεπόμενων καθήμενων -1.000 ατόμων- σε πλαστικές καρέκλες τύπου εξοχικού της δεκαετίας του ‘80,αλλά με έμφορτη εθνικού φρονήματος σημειολογία. Χρώματος λαμπερού μπλε, παρακαλώ ! Αλλά στο τελικό ισοζύγιο επικράτησε η αισιόδοξη πλευρά του θέματος, που με αόρατη δύναμη βαρέων οχημάτων τα σάρωσε όλα. Η αυθόρμητη αντίδραση της ακηδεμόνευτης κοινής γνώμης. Ηταν οι ίδιοι οι, παντελώς άγνωστοι μεταξύ τους, πολίτες που αποκατέστησαν τη βαθιά συναισθηματική, πλέον της ιστορικής, σχέσης τους με το πιο σημαντικό τοπόσημο της Αθήνας σε πείσμα των επιπόλαιων και ανιστόρητων οραμάτων του φρεσκοδιορισμένου προέδρου του Δ.Σ. της Επιτροπής Ολυμπίων και Ζαππείου Κληροδοτήματος.
Ετσι, μεταξύ άλλων, δεν χρειάστηκε να εμπλουτιστεί με δάκρυα οργής για τη βαρβαρότητα γύρω από τον χώρο του, ο ονειρικός, ακόμη και για τα μάτια των μεγάλων σε ηλικία, ηλεκτρικός πίδακας του πρώτου σιντριβανιού της Αθήνας. Του μαρμάρινου αναβρυτηρίου που εγκαινιάστηκε τον Ιούλιο του 1931 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην τελετή των εγκαινίων του έργου της ύδρευσης των Αθηνών από την τεχνητή λίμνη του Μαραθώνα, προσφορά της αμερικανικής εταιρίας ΟΥΛΕΝ.
Προβληματική, εξαρχής, η τοποθέτηση ενός σκηνοθέτη -με σημαντική καριέρα- στην καίρια θέση του προέδρου, με δεδομένο πως το Ζάππειο δεν είναι ίδρυμα πολιτισμού με την στενή έννοια που χωράει την προηγούμενη εμπειρία του. Ειδικότερα στην πολύ κρίσιμη εποχή, όπως παρουσιάστηκε με την επίσημη ανακοίνωση της Ελληνικής Δημοκρατίας στο ΦΕΚ για την τοποθέτηση του νέου Διοικητικού Συμβουλίου -τον Φεβρουάριο του ‘25- όπου περιγράφεται η βασική αποστολή του. «Η υλοποίηση της συνολικής τεχνικής και ενεργειακής αναβάθμισης ενός ιστορικού τοπόσημου της Αθήνας, που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εν όψει της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2027, καθώς το Ζάππειο Μέγαρο καλείται να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις ευρωπαϊκών διοργανώσεων».
Αντ’ αυτών, εμείς γνωρίσαμε άλλους σκοπούς από τον πρόεδρο, με δηλώσεις του, πριν από το Βατερλό, πως «το Φεστιβάλ Ολυμπίων είναι η προσπάθεια να επανασυνδεθεί -λες και είχε αποσυνδεθεί – το Ζάππειο με τον ιστορικό του ρόλο ως τόπος συνάντησης πολιτισμού και κοινωνικής ζωής. Ως νέος θεσμός όπου η τέχνη, ο αθλητισμός, η δημιουργικότητα και η συμμετοχή των πολιτών συνυπάρχουν αρμονικά»- σ.σ. ερήμην φυσικά και των δικαιωμάτων των λοιπών επισκεπτών του χώρου, των περιπατητών, των μωρομανάδων και των άλλων μονίμων κατοίκων! Των διαφορετικών ειδών της πανίδας. Ειδικότερα με την κορωνίδα του πως το αληθινό νόημα των Ολυμπίων δεν ήταν ποτέ μόνο ο αγώνας. Ηταν η συνάντηση. Και από τη συνάντηση γεννιέται ο πολιτισμός, εύκολα θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί πως, ως νέος πρόεδρος, δεν έχει προλάβει να διαβάσει τη διαθήκη του ευεργέτη και τους συγκεκριμένους όρους της που δεν περιορίζονταν μόνο στην ανέγερση του Σταδίου -από κοινού με τον Γεώργιο Αβέρωφ-και του συγκλονιστικού κτιρίου του Καταστήματος των Ολυμπίων, που ήταν το πρώτο κτίριο που παγκοσμίως χτίστηκε αποκλειστικά για Ολυμπιακούς Αγώνες. Το μετέπειτα Ζάππειο Μέγαρο, έργο σε σχέδια του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1888 ή μόνο σε αθλητικούς αγώνες και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ο Ευάγγελος Ζάππας διέθεσε την τεράστια περιουσία του ρητώς για να καθιερωθούν περιοδικές εκθέσεις γεωργίας, βιομηχανίας, κτηνοτροφίας και εκθέσεων προϊόντων ελληνικής παραγωγής, βούληση που προστατεύεται από το άρθρο 109 του Συντάγματος περί διαθετών υπέρ του Δημοσίου.
Τούτων δοθέντων η μονομερής απόφαση του προέδρου αλλά και των μελών του Δ.Σ. ως πρεμιέρα των καθηκόντων τους να ανοίξουν τόσο τη βεντάλια της βούλησης του μεγάλου ευεργέτη προκαλεί. Η άμεση πρώτη κίνηση του προέδρου να ξεκινήσει με αντικείμενο απόλυτα συναφές με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, σκηνοθέτης-καλλιτεχνικός διευθυντής, βαραίνει περισσότερο και από το κακοποιητικό θέαμα που παρουσίαζε ο ιερός -αισθητικά- χώρος στο νότιο τμήμα του υπαίθριου χώρου του Ζαππείου. Θέαμα ένα τσακ πιο πάνω από αντίστοιχες εκδηλώσεις του Δεκαπενταύγουστου- με πελώριες σιδεριές, καρεκλομάνι, ηχητικές εγκαταστάσεις, υψηλής έντασης φωτιστικά, προσβάλλοντας τόσο βίαια και διαψεύδοντας θεσμούς αλλά και πρόσωπα, ώστε κάποιοι να λένε πως σε κάποιες περιπτώσεις η μεγαλύτερη συγγνώμη είναι η παραίτηση.