«Με επικεφαλής τον Νετανιάχου το Ισραήλ δεν έχει σχέδιο για τις επόμενες κινήσεις του», επεσήμαναν οι «Times of Israel», αναλύοντας καταλεπτώς τα παρασκήνια και τις συνέπειες της αποτυχημένης ισραηλινής πολιτικής.
Το προφανές είναι ότι το Τελ Αβίβ δεν πέτυχε τον βασικό του στόχο, που ήταν η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη και η καταστροφή του πυρηνικού της προγράμματος. Αυτό, όμως, είναι το λιγότερο. Χειρότερο ακόμη κι από τη ρήξη με τους Ρεπουμπλικανούς του Τραμπ είναι ότι τα αραβικά κράτη του Κόλπου διαπίστωσαν πως δεν μπορούν να βασίζονται στην αμερικανο-ισραηλινή προστασία. Είναι πλέον υποχρεωμένα να αναπτύξουν ένα modus vivendi με το επτάψυχο Ιράν, παρότι όχι μόνο βομβάρδισε ανηλεώς τις στρατιωτικές και πετρελαϊκές τους εγκαταστάσεις, αλλά απείλησε να τα γυρίσει και στη λίθινη εποχή, πλήττοντας τις δεξαμενές αφαλάτωσης. Οι πρώτες επαφές ξεκίνησαν ήδη.
Κατά τον Βρετανό αναλυτή Αντριου Κοξ, αν το Ισραήλ θέλει να ξαναπιάσει το νήμα με τις πετρομοναρχίες, θα πρέπει να κάνει παραχωρήσεις στο Παλαιστινιακό. Ενα άλλο μεγάλο πρόβλημα για το Ισραήλ -απότοκο κι αυτό του τυχοδιωκτικού πολέμου που ξεκίνησε άτσαλα ο Τραμπ στις 28 Φεβρουαρίου κι άλλο τόσο άτσαλα τον τερμάτισε- είναι η συγκρότηση μιας άτυπης τετραμερούς «συμμαχίας» Αιγύπτου, Σ. Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, με οιονεί αντι-ισραηλινό και αντι-ιρανικό προσανατολισμό.
Αίφνης ο Νετανιάχου βρέθηκε χωρίς φίλους στην Ουάσιγκτον, ενώ αντιμετωπίζεται ως τοξική φυσιογνωμία από όλους τους περιφερειακούς παίκτες. Οταν η ισραηλινή Ακροδεξιά φτάνει στο σημείο να αποκαλεί τους προεδρικούς απεσταλμένους Τζάρεντ Κούσνερ και Στίβεν Ουίτκοφ «προδότες του εβραϊσμού, που πούλησαν τα αδέλφια τους», τότε πρέπει να ηχήσουν καμπανάκια όχι μόνο για τον Νετανιάχου, αλλά για το σύνολο του ισραηλινού πολιτικού συστήματος.