Οι έρευνες για τη γυναικοκτονία στη Δράμα συνεχίζονται. Το ζευγάρι βρισκόταν σε διάσταση το τελευταίο διάστημα, μετά από περίπου 20 χρόνια κοινής ζωής. Ο 50χρονος φέρεται να μην αποδεχόταν τον χωρισμό, με αποτέλεσμα να επιτεθεί με μαχαίρι και να προκαλέσει τον θάνατο της συζύγου του. Η 45χρονη δέχθηκε επτά μαχαιριές.
Τα παιδιά της οικογένειας
Ο 16χρονος γιος που ήταν στο σπίτι τη στιγμή της δολοφονίας και ειδοποίησε την αστυνομία, μαζί με την 20χρονη κόρη, φοιτήτρια της Νομικής στην Κομοτηνή, βρίσκονται πλέον με συγγενικά πρόσωπα από την πλευρά της μητέρας.
“Η φίλη της γυναίκας μιλούσε για την προβληματική σχέση”
Η εκπρόσωπος Τύπου της αστυνομίας Κωνσταντία Δημογλίδου ανέφερε ότι δεν είχαν καταγραφεί αναφορές για προβλήματα ή ενδοοικογενειακή βία στις υπηρεσίες όπου υπηρετούσαν οι δύο αστυνομικοί. «Και οι δύο δεν είχαν δώσει κανένα δικαίωμα, ακόμα και ως προς την απόδοσή τους στην εργασία, δεν είχαν δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα» Όπως σημείωσε, ο 50χρονος είχε απευθυνθεί ιδιωτικά σε ψυχολόγο που συνεργάζεται με την αστυνομία, χωρίς να έχει διαπιστωθεί ένδειξη κινδύνου.
Αναλυτικά η εκπρόσωπος Τύπου της αστυνομίας Κωνσταντία Δημογλίδου μιλώντας το πρωί της Τετάρτης (17/6) στην «Κοινωνία Ώρα MEGA» είπε:
«Η φίλη της γυναίκας μιλούσε για την προβληματική σχέση, μίλησε για ψυχολογική βία, η οποία δεν αφήνει σημάδια, και έχει απόλυτο δίκιο η γυναίκα που το δήλωσε. Δεν αφήνει σημάδια και πολλές φορές δεν το αντιλαμβάνεται και το θύμα. Και συγγενικό πρόσωπο του θύματος, είπε «όλες οι γυναίκες να μιλούν». Να μιλούν για να προλάβουν το κακό. Καταλήγουμε πάλι στο ίδιο: ότι συνήθως κάποιος γνωρίζει ή υποψιάζεται ότι κάτι συμβαίνει, παρόλο που εδώ βλέπετε ότι όλοι αναφέρουν ότι δεν υπάρχει σωματική κακοποίηση».
Και συνέχισε: «Όταν μιλάμε για δράστη αστυνομικό, ξεκινά άλλη διαδικασία μέσα από την ίδια την υπηρεσία του. Αυτή η κοπέλα υπηρετούσε σε ένα τμήμα συνοριακής φύλαξης. Δεν υπηρετούσαν σίγουρα στην ίδια υπηρεσία και μάλιστα δεν μας είχε αναφερθεί ποτέ από την υπηρεσία τους. Δεν ανήκε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, κανένας από τους δύο, ουσιαστικά, δεν υπηρετούσε σε υπηρεσία ενδοοικογενειακής βίας. Ένας αστυνομικός ακόμα και στην υπηρεσία του μπορεί να αναφέρει, ή στην υπηρεσία του δράστη. Όταν υπάρχει κακοποίηση, κινείται άμεσα η διαδικασία, πόσω μάλλον όταν μιλάμε για ένστολο».
«Όπως μας αναφέρεται από τις υπηρεσίες τους, και οι δύο δεν είχαν δώσει κανένα δικαίωμα, ακόμα και ως προς την απόδοσή τους στην εργασία, δεν είχαν δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα. Και δεν έχει αναφερθεί κάτι σε κάποιον προϊστάμενο της υπηρεσίας. Αυτός ο άνθρωπος είχε απευθυνθεί ιδιωτικά σε ψυχολόγο, ο οποίος τυγχάνει να είναι και ψυχολόγος της Αστυνομίας, συνεργάζεται και με την Αστυνομία. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, όταν ο ψυχολόγος διαπιστώσει ότι υπάρχει κίνδυνος για τη δική του ζωή ή για τη ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου, ενημερώνει άμεσα την Αστυνομία. Δεν μας έχει αναφερθεί ότι είχε διαπιστωθεί ότι υπάρχει κίνδυνος. Κάποια στιγμή φαίνεται ότι παραπέμφθηκε και σε ψυχίατρο», κατέληξε η Κωνσταντία Δημογλίδου.

