Μάλιστα, όλοι γνωρίζουν πως μια από τις πιο συνήθεις πρακτικές είναι άλλα να αναγράφονται στο συμβόλαιο και άλλο να είναι το πραγματικό τίμημα της συναλλαγής. Κάτι που φαίνεται ξεκάθαρα από τον μέσο όρο μισθωμάτων που δηλώνονται στην εφορία, το οποίο είναι μόλις 250 ευρώ, την ώρα που τα ενοίκια στην αγορά δεν πέφτουν κάτω από 500, 700 ή και 900 ευρώ. Αντίστοιχη είναι η ψαλίδα μεταξύ των τιμών που αναγράφονται στα συμβόλαια και των πραγματικών ποσών που ζητούνται για την αγορά ενός ακινήτου, δημιουργώντας έτσι μια πλασματική εικόνα της αγοράς.
Για αυτό και έχει εξαιρετική σημασία η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που παρακάμπτει το συμβόλαιο και αναγνωρίζει ότι υπερισχύει η φορολογική αλήθεια, δηλαδή αυτή που αποτυπώνεται στις τραπεζικές συναλλαγές μεταξύ των δύο μερών και όχι στα χαρτιά. Η υπόθεση του ανωτάτου δικαστηρίου αφορούσε συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου όπου αναγραφόταν τίμημα 383.815,99 ευρώ, με βάση την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Ωστόσο οι έλεγχοι που έγιναν από την εφορία στους τραπεζικούς λογαριασμούς τόσο του πωλητή όσο και του αγοραστή του ακινήτου αποκάλυψαν πραγματικές συναλλαγές αξίας 650.000 ευρώ.
Με τη συγκεκριμένη απόφαση ανοίγει ο δρόμος για τον έλεγχο χιλιάδων συμβολαίων ακινήτων και την απόδοση φορολογικής δικαιοσύνης με τον εντοπισμό των πραγματικών εισοδημάτων και την επιβολή των φόρων και των προστίμων που προβλέπονται. Στο σημείο αυτό αξίζει να αποδώσουμε τα εύσημα ακόμα μια φορά στα υπουργεία Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και στην ΑΑΔΕ για την ψηφιοποίηση και διασύνδεση των συστημάτων, που καθιστούν εφικτή και αποτελεσματική τη διασταύρωση των στοιχείων.
Ο δρόμος για την εκλογίκευση της αγοράς ακινήτων είναι ακόμα μακρύς. Ομως, τέτοιες αποφάσεις σε συνδυασμό με άλλα μέτρα, όπως τον περιορισμό των βραχυχρόνιων μισθώσεων, τους «κόφτες» στην Golden Visa και την ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας θα αποδώσουν σταδιακά τα επιθυμητά αποτελέσματα.