Μπροστά τους ακόμα και η κόλαση είναι πιο δροσερή. Ομως, πέρα από τους αστεϊσμούς, η υπόθεση δεν είναι καθόλου αστεία. Αυτός ο τραγέλαφος που παρακολουθούμε σε live σύνδεση, να παραιτούνται ο ένας πίσω από τον άλλο για να πάνε στον Τσίπρα και ο Τσίπρας να τους κρατάει έξω σαν πορτιέρης που κάνει face control, δεν γίνεται ούτε στις επιθεωρήσεις. Και όμως, πρωταγωνιστές αυτής της απίθανης ιλαροτραγωδίας είναι πολιτικοί που κυβέρνησαν τη χώρα. Που υπόσχονταν να λύσουν τα προβλήματα των πολιτών και δεν μπορούν να λύσουν τα του οίκου τους.
Η εξώθηση σε παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου από την εσωκομματική «τρόικα» και ο χορός αποχωρήσεων βουλευτών και στελεχών είναι η κορυφή του παγόβουνου. Από κάτω κρύβεται ένα απίστευτο μπάχαλο από προσωπικές φιλοδοξίες, πολιτικές αδυναμίες και μία εγγενή δυσκολία να αντιληφθούν την πραγματικότητα. Λες και είναι εγκλωβισμένοι σε ένα αιώνιο αμφιθέατρο να θεωρητικολογούν και να διαπληκτίζονται, νομίζοντας πως ο κόσμος τούς περιμένει με κομμένη την ανάσα πότε θα τελειώσουν για να αρχίσει η επανάσταση. Μόνο που ο κόσμος προχώρησε χωρίς αυτούς. Κάτι που δεν έχει καταλάβει ούτε ο «μεγάλος τιμονιέρης του ΣΥΡΙΖΟΕΛΑΣ», Αλέξης Τσίπρας.
Αν το είχε καταλάβει, δεν θα επέστρεφε ίδιος και απαράλλακτος. Δεν θα έλεγε τις ίδιες ακρότητες και κινδυνολογίες που έλεγε το ’12 και το ’15. Δεν θα τολμούσε να συγκρίνει μια χώρα που έχει μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση με την περίοδο της Κατοχής ή με τη χούντα. Δεν θα μιλούσε για διαφθορά και διαπλοκή εκείνος που επί διακυβερνήσεώς του στήθηκε η μεγαλύτερη σκευωρία από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, η σκευωρία Νοβάρτις. Δεν θα μιλούσε για εντιμότητα, ελευθερία, δημοκρατία εκείνος που προσπάθησε να ελέγξει τα τηλεοπτικά κανάλια με έναν αλήστου μνήμης διαγωνισμό. Δεν θα μιλούσε για Αδωνισμό εκείνος που στηρίχθηκε στον Πολλακισμό για να κυβερνήσει.
Αλλά τα κάνει επειδή δεν έχει καταλάβει τίποτα ή προσποιείται. Τι είναι άραγε πιο επικίνδυνο; Οτι νομίζει πως, από την εποχή που παραμέρισε μέχρι την ημέρα που επέστρεψε, ο χρόνος στην Ελλάδα πάγωσε στη μιζέρια που την άφησε; Ή ότι γνωρίζει πάρα πολύ καλά πως η χώρα έχει κάνει άλματα προς τα μπροστά, αλλά δεν θέλει να το παραδεχθεί;