Το δελφικό παράγγελμα «Γνώθι σαυτόν», που έδωσε και τον τίτλο στην έκθεση, ακολουθεί εδώ και χρόνια τον γεννημένο στο Ελληνικό Ιωαννίνων το 1942, κορυφαίο γλύπτη. «Την αυτογνωσία τη θεωρώ το σημαντικότερο στοιχείο στη ζωή μας», λέει ο Θεόδωρος Παπαγιάννης στον «Ε.Τ.», προσθέτοντας: «Γι’ αυτό και η φράση υπάρχει γραμμένη στον πίνακα στην τάξη μέσα στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης “Θεόδωρος Παπαγιάννης”, που έχω δημιουργήσει από το 2009 στο Ελληνικό. Ο δάσκαλός μου, ο Γιάννης Παππάς, μου μιλούσε συχνά για τη σημασία της. Αν έχεις αυτογνωσία, ξέρεις πού πας, τι κάνεις, τι θέλεις. Αν δεν έχεις αυτογνωσία, μπορείς να κάνεις τη μία ανοησία πάνω στην άλλη. Όμως ο αγώνας για την κατάκτηση και τη διατήρησή της πρέπει να είναι καθημερινός. Εύκολα μπορεί να χάσεις τον δρόμο σου προς αυτήν».

Στα έργα και τις εγκαταστάσεις του Θεόδωρου Παπαγιάννη η ύλη μετατρέπεται σε φορέα μνήμης και νοήματος. Στην Πινακοθήκη Κυκλάδων εγκαταστάθηκαν εντυπωσιακά γλυπτά του φτιαγμένα από μάρμαρο, ορείχαλκο, πολυεστέρα, ακόμα και από τα αποκαΐδια του Πολυτεχνείου, που αποκαλύπτουν σημαντικές πτυχές της πολυεπίπεδης ανθρωποκεντρικής δουλειάς του. «Σέβομαι και αγαπώ τα υλικά μου και αγωνιώ γι’ αυτά», μας λέει ο Θεόδωρος Παπαγιάννης, ο οποίος επισημαίνει ότι η έκθεση αποτελεί ένα πανόραμα της τέχνης του με έργα από την αρχή της πορείας του έως σήμερα. Ανάμεσά τους το φιλότεχνο κοινό βλέπει γνωστά και άγνωστα έργα του, τα οποία ενεργοποιούν έναν ουσιαστικό διάλογο με την Ιστορία, τη συλλογική εμπειρία και τα βιώματα, σκιαγραφώντας τη μακρά καλλιτεχνική διαδρομή του από το Ελληνικό Ιωαννίνων έως την Αθήνα και την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου δίδαξε ως καθηγητής Γλυπτικής επί τέσσερις δεκαετίες, έως το 2009.
«Δύσκολα χρόνια»
Ανάμεσα σε άλλα, η έκθεση περιλαμβάνει περί τις 300 φιγούρες της Πομπής, τα περίφημα Τοτέμ του, τα Φαντάσματα, τα Ζευγάρια, τις Μητέρες που με τρυφερότητα αγκαλιάζουν τα μωρά τους, τις Κεφαλές και Προτομές, αλλά και την εντυπωσιακή γλυπτική εγκατάσταση «Η τάξη του Δημοτικού μου», που βγήκε για πρώτη φορά από το Μουσείο στο Ελληνικό, αναφορά στη δική του δύσκολη παιδική ηλικία, αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, η οποία τον έχει σημαδέψει, όπως λέει: «Γεννήθηκα μέσα στην Κατοχή́. Τα χρονιά ήταν πολύ δύσκολα. Πήγα στο Δημοτικό του χωριού μου. Αλλες εποχές, σκληρά χρονιά, αλλά και ενδιαφέροντα, μας όπλισαν με δύναμη και αντοχές».
Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης διατηρεί έως σήμερα, στα 84 χρόνια του, μια ολοζώντανη σχέση με τη γλυπτική: «Από τότε που πήρα σύνταξη και αποχώρησα από τη Σχολή Καλών Τεχνών, δουλεύω περισσότερο, καθώς έχω πιο πολύ ελεύθερο χρόνο και δημιουργώ καθημερινά. Για μένα η τέχνη είναι λύτρωση, αλλά και καταφύγιο». Ζει και εργάζεται στην Αθήνα, αλλά επισκέπτεται πολύ συχνά το Ελληνικό, για τις ανάγκες του Μουσείου που έχει ιδρύσει εκεί, όπου πραγματοποιούνται και ξεναγήσεις, ενώ λειτουργεί και δημοτικό σχολείο με μόνο τέσσερις μαθητές και στον κήπο του έχει εγκαταστήσει ένα υπέροχο πάρκο γλυπτικής, το οποίο ανανεώνει συνεχώς με νέα έργα. Δηλώνει ενθουσιασμένος για τη διοργάνωση της έκθεσης στην Ερμούπολη και ευχαριστεί το Ιδρυμα Αντώνιος Ε. Κομνηνός για την πρωτοβουλία του.
Μιλώντας για το μέλλον, ο Θεόδωρος Παπαγιάννης αναφέρεται στην προσωπική του κιβωτό, το Μουσείο στο Ελληνικό, σημειώνοντας ότι έχει κάποια ανησυχία για το πώς θα το αντιμετωπίσουν αργότερα. Το έχει παραχωρήσει στον Δήμο κι «εξαρτάται από εκείνον αν θα φροντίσει να έχει υπαλλήλους για να το λειτουργήσει, ειδικά τώρα που γίνεται επέκταση και θα διπλασιαστεί ο εσωτερικός χώρος του. Αυτήν τη στιγμή ο δήμαρχος βοηθά πολύ και χαίρομαι γι’ αυτό, αλλά δεν ξέρω τι θα γίνει με τους επόμενους. Υπολογίζω στην οικογένειά μου, στη γυναίκα μου και στον γιο μου, αλλά από εκεί και πέρα, άγνωστο».
Ο επιμελητής της έκθεσης, Τάκης Μαυρωτάς, τονίζει μεταξύ των άλλων στο κείμενό του με τίτλο «Θεόδωρος Παπαγιάννης – Ο γλύπτης που δέχθηκε την τέχνη ως κώδικα ζωής»: «Το διαρκές και το αιώνιο προκαλούν τον Παπαγιάννη, από τα εφηβικά του χρόνια, στο να αντιλαμβάνεται την ευεργεσία της τέχνης για να πλάσει τα ανθρωποκεντρικά του γλυπτά, που κουβαλούν την αέναη εμπειρία της ανθρώπινης μοίρας, της χαράς και της λύπης. Ατάραχα και ασταμάτητα φιλιώνει με τη φύση, τους ανθρώπους και την Ιστορία. Στέκεται ακίνητος αντίκρυ στον εαυτό του, ζητώντας τις δικές του απαντήσεις στο μυστήριο του κόσμου. Ενός κόσμου, με στέρεες πλαστικές δημιουργίες, εσωτερική πνοή και εξαιρετική τεχνική. Με τους ανδριάντες, τις προτομές και τις μνημειακές του συνθέσεις έχει επέμβει, σωτήρια και αρμονικά, στον περιβάλλοντα φυσικό χώρο, εμμένοντας στις ρεαλιστικές αποτυπώσεις… Μνημειακά γλυπτά, που, είτε στέκουν δίπλα στη Λίμνη των Ιωαννίνων είτε στη σκιά των βουνών του Ελληνικού, βρήκαν τη θέση τους στο περιβάλλον και κατεύνασαν την ανησυχία του για το ανθρώπινο πεπρωμένο. Η βαθιά ανθρωποκεντρική του δουλειά με τις τρυφερές γυναικείες μορφές ξαπλωμένες ή όρθιες, τις μητέρες με τα παιδιά και τα ζευγάρια αποκαλύπτει την κοσμοθεωρία του, μέσα από τον πυκνό πλασμό και τις κλειστές καθαρές φόρμες με τις ρυθμικές σχέσεις των επιπέδων, τα οποία διαπερνά το φως. Ο όγκος, το σχέδιο, η σύνθεση τον απασχολούν έντονα, όπως και η συνύφανση της πλαστικής με τη γεωμετρία».
«Πολυσχιδής, πολύτροπη και πολύιδρις διαδρομή»
Στον πρόλογό του στον πολυσέλιδο κατάλογο της έκθεσης, ο Προέδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας σημειώνει ανάμεσα σε άλλα: «Πολυσχιδής, πολύτροπη και πολύιδρις είναι η γλυπτική διαδρομή του Θεόδωρου Παπαγιάννη. Αντλεί από την κληρονομιά μας και συνομιλεί γόνιμα με τον μοντερνισμό, συγκεράζοντας παράδοση και νεωτερικότητα, λαϊκότητα και λογιοσύνη, αναπαράσταση και αφαίρεση. Προσεγγίζει με ισόρροπο σεβασμό το ιστορικό βίωμα και την κοινωνική εμπειρία, την καθημερινή ανάγκη και τη ζώσα μνήμη και τα μεταπλάθει σε μορφές που συνδέουν το χοϊκό με το πνευματικό στοιχείο, επιμένοντας να οραματίζεται μια μυθική εμπειρία πτήσης και ανάτασης… Και είναι αλήθεια. Ωστόσο, οι βαθιές του ρίζες δεν διασώζουν απλώς τη μυθική μνήμη, αλλά διατηρούν, στο έργο του, την αδιαίρετη συνέχεια του χρόνου έως το πιο πρόσφατο παρελθόν. Το παρελθόν ενός τόπου σκληρού και γνήσιου, της γενέτειράς του, της Ηπείρου, και του χωριού του, του Ελληνικού Ιωαννίνων, που το μετέτρεψε σε υπαίθρια γλυπτοθήκη και του δώρισε ένα μοναδικό Μουσείο, στεγάζοντάς το στο εγκαταλειμμένο του σχολείο».
Στον ίδιο κατάλογο υπάρχουν χαιρετισμοί και κείμενα του Αντώνη Κομνηνού (προέδρου του ομώνυμου ιδρύματος), του Αλέξανδρου Αθανασίου (δημάρχου Σύρου-Ερμούπολης), της Ιφιγένειας Μποτζάκη (μουσειολόγου και υπεύθυνης προγράμματος Ιδρύματος Αντώνη Ε. Κομνηνού), καθώς και των αείμνηστων Αγγελου Δεληβοριά, Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα και Γιάννη Παππά.
Η κεφαλή του Ερμή για τα 200 χρόνια της Ερμούπολης
Είναι η πρώτη φορά που ο Θεόδωρος Παπαγιάννης παρουσιάζει τη δουλειά του στη Σύρο, την οποία έχει επισκεφθεί παλαιότερα και ξεχωρίζει για την έντονη πολιτιστική κληρονομιά της. «Ειδικά στην Ερμούπολη η πολιτιστική ιστορία είναι μεγάλη και πολύ ενδιαφέρουσα», μας λέει. Αλλωστε, φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από τότε που η πόλη πήρε το όνομά της, γι’ αυτό και σε τελετή που προηγήθηκε των εγκαινίων της έκθεσης, στο Δημαρχείο Σύρου, ο σπουδαίος γλύπτης δώρισε επίσημα στον Δήμο ορειχάλκινη κεφαλή του Ερμή.
Παράλληλα, το Ιδρυμα Αντώνιος Ε. Κομνηνός παραχώρησε προς έκθεση στο Δημαρχείο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 το πορτρέτο του Λουκά Ράλλη, διά χειρός Francesco Pige. Ο Λουκάς Ράλλης (1794-1879) υπήρξε πολιτικός και, σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του, απέδωσε το 1826 την ονομασία Ερμούπολη στον νεοσύστατο οικισμό της Σύρου.
O Θεόδωρος Παπαγιάννης έχει πραγματοποιήσει 55 ατομικές εκθέσεις, ενώ έχει συμμετάσχει και σε πολυάριθμες ομαδικές. Μνημειακά γλυπτά του βρίσκονται σε μουσεία, δημόσιους χώρους και ιδιωτικές συλλογές τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ενώ έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και διακρίσεις. Το μεγαλύτερο δημόσιο γλυπτό του, η μνημειακή γλυπτική σύνθεση «Οι Δρομείς» (ύψους 5,49 και πλάτους 22,87 μέτρων, από́ ανοξείδωτο ατσάλι), βρίσκεται στο αεροδρόμιο του Σικάγο από το 2011.

