Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε πως περισσότεροι από ένας στους δύο ενήλικες εμφανίζονται ευάλωτοι ή εύπιστοι απέναντι σε ψευδείς ειδήσεις στο Διαδίκτυο. Ομως, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο η στάση τους απέναντι στην πληροφορία, αλλά το αποτύπωμά της στην υγεία τους.
Σύμφωνα με την επιστημονική μελέτη, όσοι είναι ευάλωτοι στα fake news εμφανίζουν συστηματικά χειρότερες συμπεριφορές υγείας. Τα δεδομένα προέρχονται από έρευνα του Εργαστηρίου Κλινικής Επιδημιολογίας του Τμήματος Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ, που δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Healthcare. Στη μελέτη συμμετείχαν 402 άτομα από την Ελλάδα, ηλικίας 18 έως 65 ετών, με μέσο ημερήσιο χρόνο χρήσης Διαδικτύου και μέσων κοινωνικής δικτύωσης τις τρεις ώρες.
Ερωτηματολόγιο
Ως εργαλείο για να μετρήσουν την ευαλωτότητα στις ψευδείς ειδήσεις, οι ερευνητές του ΕΚΠΑ επιστράτευσαν το ερωτηματολόγιο της Online Misinformation Susceptibility Scala. Το αποτέλεσμα έδειξε πως το 55% του δείγματος κατατάχθηκε στην ομάδα υψηλού κινδύνου, δηλαδή στην κατηγορία όσων είναι ευάλωτοι ή εύπιστοι απέναντι σε παραπλανητικό περιεχόμενο στο Διαδίκτυο.
Η συσχέτιση με την υγεία είναι σαφής. Το 72% των ατόμων που ήταν ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις εμφάνιζε κακές διατροφικές συνήθειες, έναντι 55% στην ομάδα που δεν ήταν ευάλωτη. Το 66% δεν πραγματοποιούσε προληπτικές εξετάσεις (έναντι 50%), ενώ το 56% κάπνιζε και κατανάλωνε αλκοόλ (έναντι 40%). Στο πεδίο του εμβολιασμού, η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη: Το 80% των ευάλωτων δήλωσε ότι φοβάται πως τα εμβόλια έχουν κινδύνους και προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το 65% όσων δεν ήταν ευάλωτοι.
Υψηλό επίπεδο
Μιλώντας στον «Ε.Τ.», ο αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ, Πέτρος Γαλάνης, περιγράφει το φαινόμενο, κρούοντας παράλληλα το καμπανάκι του κινδύνου: «Το επίπεδο της παραπληροφόρησης από τις ψευδείς ειδήσεις είναι υψηλό τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, ένα φαινόμενο που αυξήθηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης μας, τα άτομα που είναι ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις έχουν ταυτόχρονα και χειρότερες συμπεριφορές υγείας, όπως χειρότερες διατροφικές συνήθειες, λιγότερες προληπτικές εξετάσεις, καπνίζουν περισσότερο, καταναλώνουν περισσότερο αλκοόλ και φοβούνται περισσότερο ότι τα εμβόλια έχουν κινδύνους και προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες».
Η μελέτη καταγράφει έντονες ηλικιακές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Μόλις το 24,2% των ατόμων υψηλού οικονομικού επιπέδου ήταν ευάλωτο στις ψευδείς ειδήσεις, έναντι 51% στο μεσαίο και 64% στο χαμηλό επίπεδο. Αντίστοιχα, ευάλωτο ήταν το 45% των ατόμων 18-45 ετών, το 52% των 46-60 ετών και το 60% των άνω των 60 ετών. Η ψηφιακή εγγραμματοσύνη, δηλαδή η εξοικείωση με την τεχνολογία, φαίνεται να λειτουργεί ως φίλτρο, αλλά όχι απόλυτα. Το 34,7% όσων είχαν υψηλό επίπεδο ψηφιακής εγγραμματοσύνης ήταν και πάλι ευάλωτοι, ενώ το ποσοστό έφθανε στο 60% μεταξύ όσων είχαν χαμηλό επίπεδο.
Η σύνδεση δεν είναι θεωρητική. Οπως τονίζει ο καθηγητής, η διάδοση των ψευδών ειδήσεων αποτελεί σημαντική απειλή για τη δημόσια υγεία: «Υπονομεύει την εμπιστοσύνη στις επιστημονικές αρχές, επηρεάζει αρνητικά τις συμπεριφορές υγείας και οδηγεί σε επικίνδυνες επιλογές. Ενα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελεί η περίπτωση των εμβολίων, όπου τα αντιεμβολιαστικά κινήματα διασπείρουν ψευδείς ειδήσεις για ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων, τη στιγμή που έγκυρες επιστημονικές μελέτες δεν επιβεβαιώνουν αυτό το σενάριο», όπως λέει.
Μηχανισμοί άμυνας
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί ενεργή στάση. Οπως σημειώνει ο κ. Γαλάνης, είναι απαραίτητο να αναπτύξουμε μηχανισμούς άμυνας απέναντι στις ψευδείς ειδήσεις: «Για παράδειγμα, όταν διαβάζουμε τον τίτλο μιας είδησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή γενικότερα στο Διαδίκτυο, να μη μένουμε μόνο στον τίτλο, αλλά να διαβάζουμε ολόκληρη τη δημοσίευση. Επιπλέον, θα πρέπει να ελέγχουμε κάποια απλά πράγματα, όπως (α) εάν η διαδικτυακή διεύθυνση (URL) της δημοσίευσης παραπέμπει σε έγκυρη πηγή με το να περιλαμβάνει καταλήξεις όπως .gr, .com, .gov, (β) την ημερομηνία δημιουργίας της δημοσίευσης, (γ) το όνομα του συγγραφέα της δημοσίευσης και (δ) εάν η δημοσίευση περιέχει έγκυρες παραπομπές, όπως π.χ. επιστημονικά άρθρα».

