Από το εξώφυλλο του βιβλίου μάς προδιαθέτετε ότι θα περάσουμε όμορφα διαβάζοντας «Τα κόκκινα τετράδια». Τι είναι αυτό που θα μας κερδίσει στο βιβλίο σας;
Η πρώτη μου συνεργασία με τις εκδόσεις BELL έκρυβε μια ευχάριστη έκπληξη. Μια τέτοια αποδοχή και αναγνώριση του νέου μου βιβλίου, που μεταφράστηκε σε μια φοβερή επεξεργασία και παρουσίαση. Παρουσίαση που κερδίζει οπωσδήποτε τις πρώτες εντυπώσεις και κάνει τον φιλαναγνώστη να θέλει να το πάρει στα χέρια του. Φυσικά, πέρα από τη μάχη της βιτρίνας, πρέπει και το «προϊόν» να ανταποκρίνεται ανάλογα. Το θέμα είναι από μόνο του πικάντικο και γίνεται ακόμα πιο ελκυστικό γιατί δεν κρύβει τίποτα από την ερωτική ζωή της περιόδου 1920-1940.
Ο τίτλος, «Τα κόκκινα τετράδια», είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;
Παραείναι πρωτότυπο και κυριολεκτικό, αφού ουσιαστικά βασίζεται σε συνεντεύξεις που έδωσαν ένα γκαρσόνι και ένας ταξιτζής στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» για τα όσα βίωσαν στη δουλειά τους. Με αφοπλιστική απλότητα μας ξεναγούν με τον δικό τους πηγαίο και απλό λόγο στην έξαλλη και πικάντικη ερωτική ζωή μιας ταραγμένης εποχής.
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, μας καλείτε να ταξιδέψουμε μαζί στα παλιά χρόνια. Και σας ακολουθούμε. Πάμε σαν άλλοτε… Είναι τόσο ενδιαφέρουσες αυτές οι δύο συνεντεύξεις, τέτοιο το οπτικό υλικό, αλλά και η χιουμοριστική γραφή που τις συνοδεύει, που μιλάμε για ένα ενδιαφέρον και ευχάριστο ταξίδι στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν.
«Τα κόκκινα τετράδια» γράφτηκαν λοιπόν ουσιαστικά από ένα γκαρσόνι και έναν ταξιτζή τη δεκαετία του 1930. Γιατί μας γοητεύει, ακόμη, εκείνη η εποχή;
Εχει πάμπολλα στοιχεία από αυτά που μας λείπουν σήμερα και που φοβάμαι πως δεν θα ξαναδούμε πια. Αργούς, ραχατλίδικους ρυθμούς στην καθημερινή ζωή, απίστευτη κοινωνική συνοχή και ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο, τουλάχιστον στη μεσαία και εργατική τάξη, έντονη οικογενειακή ζωή, διάχυτο χιούμορ και περιπαικτική διάθεση, για να αναφέρω κάποια από αυτά.

Στις σελίδες αυτού του βιβλίου περιγράφετε με χιούμορ και αφοπλιστική ειλικρίνεια την αφύπνιση της Ελλάδας του Μεσοπολέμου. Δεν ήταν δύσκολο εκείνη η κοινωνία να ισορροπήσει ανάμεσα στον πουριτανισμό και την απελευθέρωση;
Εχουμε ένα αυστηρό, συντηρητικό τρόπο ζωής, που συνεχίζει και μετά την απελευθέρωση μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Ακολουθεί η σταδιακή απελευθέρωση της γυναίκας με την είσοδό της στο χώρο εργασίας και αυξημένη παρουσία στα κοινωνικά δρώμενα. Οι προσφυγοπούλες από απέναντι, που τις αποκαλούμε συλλήβδην «Σμυρνιές», έδωσαν άλλες, ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις στην απελευθέρωση αυτή. Η αναμενόμενη σεξουαλική αφύπνιση πήρε με τη σειρά της, όπως ήταν φυσικό και θα περίμενε κανείς, διαστάσεις που θα τις αποκαλούσαμε με μια λέξη, χωρίς διάθεση υπερβολής, «ανεξέλεγκτη εκτράχυνση ηθών». Και αυτό περιγράφεται πειστικά στα «Κόκκινα τετράδια» Πώς να ισορροπήσει με όλα αυτά ο πουριτανισμός και η απελευθέρωση; Κάθε κοινωνική ομάδα και υποομάδα ακολούθησε τον δρόμο που της «πήγαινε». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσω τον ρόλο που έπαιξαν οι λογής λογής νεόπλουτοι. «Φρούτα» που εκμεταλλεύτηκαν την περίεργη κατάσταση της μετά την Μικρασιατική Καταστροφή εποχής.
Γιατί στα καφενεία και στα στέκια των ταξιτζήδων υπήρχαν αρκετά κουτσομπολιά με τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας;
Διαχρονικά, όσοι συμμετέχουν στα δύο αυτά στέκια πρέπει να «σκοτώσουν» την ώρα τους. Θα σχολιάσουν, λοιπόν, τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα και, όταν αυτά τα θέματα θα εξαντληθούν, θα περάσουν σε κουτσομπολιά πικάντικου χαρακτήρα. Αυτά τα τελευταία βρίσκονται σε περίοπτη θέση στις αφηγήσεις των δύο πρωταγωνιστών μου.
Ηταν καλύτερη σε ποιότητα η ζωή τότε ή στη σημερινή εποχή είναι καλύτερα;
Δύσκολο να απαντηθεί μια τέτοια ερώτηση. Αν ρωτούσες τους πρόγονούς μας θα σου έλεγαν ανεπιφύλακτα τη σημερινή. Αν ρωτήσεις εμάς, θα σου πούμε -πιο πονηροί που είμαστε- τη σημερινή με κάποιες πρόσθετες επιλογές από τα παλιά και έτσι ξεμπερδεύουμε (γελάει)…
Στο βιβλίο σας, αλλά και στα προηγούμενα, η Αθήνα κυριαρχεί. Ποια είναι η ανταπόκριση αυτών των βιβλίων στους Αθηναίους;
Κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσω πως όταν λέμε «Παλιά Αθήνα» δεν κυριολεκτούμε. Είναι μια λογοτεχνική έκφραση που μας διευκολύνει. Στην ουσία καλύπτω όλη την Ελλάδα, πράγμα που γίνεται με ένα πρωτότυπο τρόπο και στο βιβλίο μου. Χωρίς διάθεση υπερβολής, η ανταπόκριση πανελλαδικά ξεπερνά κάθε μου προσδοκία, που το πιστώνω όχι μόνο στην πρωτοτυπία αυτού του βιβλίου, που στηρίζεται σε πραγματικές ιστορίες, αλλά και σε μια νοσταλγική διάθεση που έχουμε σαν αντίβαρο μιας δύσκολης εποχής που βιώνουμε.
Γνωστός χαρακτήρας ήταν και ο Παναής. Από πού βγήκε η φράση «Μην είδατε τον Παναή;
Ο Παναής ήταν ένας περίεργος πανούργος τύπος που έδρασε στις αρχές της δεκαετίας του 1940 στα χωριά της Δυτικής Αττικής. Αφού σαν έμπορος -με αγορές τοις μετρητοίς και χωρίς παζάρια- κέρδισε της εμπιστοσύνη των αγαθών χωρικών, κέρδισε και τις καρδιές των κοριτσιών τους. Αρχισε μετά να μπαινοβγαίνει στα σπίτια σαν σώγαμπρος και φυσικά να αγοράζει πλουσιοπάροχα επί πιστώσει… Οταν, κάποια στιγμή, άρχισαν να τον πιέζουν να νομιμοποιήσει τη σχέση με την κόρη τους, υποσχέθηκε ταυτόχρονο γάμο με δέκα από αυτές την ίδια μέρα. Φυσικά εξαφανίστηκε και ακόμα τον ψάχνουνε…

