Τον συναντήσαμε στα εγκαίνια της έκθεσής του, όπου το φιλότεχνο κοινό κατέκλυσε τον χώρο της γκαλερί Σκουφά και είχαμε τη χαρά να περιηγηθούμε στα έργα του, που φέρουν τη δική του μοναδικότητα και σφραγίδα. Εργα με θεατρικότητα, με πολλαπλά επίπεδα, σε αρκετά από τα οποία το θέμα μοιάζει να «ανατέλλει» μέσα από τις κουρτίνες της θεατρικής σκηνής ή να έχει γύρω του το πλαίσιο ενός παραθύρου. Οχι τυχαία, καθώς όπως μας λέει ο Τάσος Μαντζαβίνος: «Για πολλές στιγμές της ζωής μου ήμουν δίπλα σε ένα παράθυρο, έβλεπα και άκουγα τη θάλασσα από τότε που γεννήθηκα».
Ο ίδιος περιγράφει τη σχέση του με τη θάλασσα στην κουβέντα που είχαμε μαζί του με τους στίχους του ποιήματος του Νίκου Καββαδία «Θα μείνω ιδανικός και ανάξιος εραστής». «Αυτό το ποίημα περιγράφει τον άνθρωπο που, ενώ του αρέσει η θάλασσα και το ταξίδι, δεν έχει ταξιδέψει ποτέ. Με το ζόρι ταξιδεύω. Θα αρχίσω να ταξιδεύω. Προς το παρόν θα έλεγα για τον εαυτό μου ότι είμαι ένα αταξίδευτο καράβι… Η θάλασσα είναι σαν μια πολύ ωραία γυναίκα που την κοιτάζεις αλλά δεν μπορείς, δυσκολεύεσαι να την πλησιάσεις, σου προκαλεί δέος».

Και από εικαστικής πλευράς; «Από εικαστικής πλευράς, η θάλασσα έχει τρομερό ενδιαφέρον, ο τρόπος που αλλάζει τόνους και χρώματα, ανάλογα με την εποχή, γίνεται μπλε, γαλάζια, μοβ, μαβιά, ενώ παίρνει ακόμα και θερμά χρώματα. Είναι μια ζωντανή ύπαρξη, που έχει δυο πλευρές. Μπορείς να τη σκεφθείς ως απέραντη έκταση ή ως απέραντο βάθος. Είναι πολύ διαφορετικό αυτό που κρύβει η θάλασσα στη σκοτεινή της πλευρά, από αυτό που φαίνεται στην επιφάνειά της».
Μιλώντας για το πώς ο ίδιος προτιμά τη θάλασσα, μας λέει: «Με ελκύει και η γαλήνια και η φουρτουνιασμένη θάλασσα, ειδικά αν στέκομαι και την κοιτάξω ασφαλέστατος από τη στεριά. Εχει και περισσότερη αγωνία έτσι, γιατί η ήρεμη θάλασσα είναι περισσότερο τουριστική. Δεν ζωγραφίζω την τουριστική ούτε τη ρεαλιστική θάλασσα αλλά την έννοια «θάλασσα».

Η απουσία του πατέρα του τον επηρέασε καθοριστικά: «Ήταν ναυτικός και έλειπε. Εφυγε από τη ζωή όταν ήμουν δύο ετών, στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, όπου βρισκόταν, από καρδιακή προσβολή. Στο δημοτικό αισθανόμουν μια διαφορετικότητα, λόγω της έλλειψης του πατέρα μου. Τα παιδιά είναι άγρια σε αυτήν την ηλικία. Ενιωθα αδυναμία, δεν είχα κάποιον να με προστατεύει. Τα άλλα παιδιά μπορούσαν να πουν “θα φέρω τον πατέρα μου”. Εγώ δεν είχα αυτή τη δυνατότητα… Κάτι που με στεναχωρούσε πάρα πολύ…»
Μέσα στα έργα του τοποθετεί και το ανθρώπινο στοιχείο. Ναυτικούς, βαρκάρηδες: «Είναι αυτό που δεν έγινα ίσως», μας λέει, ένας σύγχρονος Οδυσσέας, ενώ κυριαρχεί το χρώμα της «μπλε πατατούκας, μνήμη από όταν υπηρέτησα στο Ναυτικό.»
Στην έκθεση διάσπαρτες, ανάμεσα στα έργα ζωγραφικής, και υπέροχες κατασκευές που έχει ο ίδιος δημιουργήσει «με ξύλα που μαζεύω στις βόλτες μου. Με τη σέγα τα κόβω, τους δίνω σχήμα και φτιάχνω αυτό που θέλω κάθε φορά. Είμαι χειρώνακτας, χαίρομαι να δουλεύω με τα χέρια μου. Είναι τρομερή ψυχοθεραπεία».

Η ζωγραφική είναι καθημερινή ασχολία; «Ναι, βέβαια. Μετά από 45 χρόνια που ασχολούμαι με την τέχνη δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Το πρωί πάω στο ατελιέ και μετά από ένα διάλειμμα το μεσημέρι, το απόγευμα σχεδιάζω, σαν να προετοιμάζομαι για την επόμενη ημέρα στο εργαστήρι. Το κάνω επειδή με ευχαριστεί, όχι γιατί πρέπει. Η ζωγραφική σε κατακτά, σου αλλάζει το βλέμμα. Αλλιώς κοιτάζει ένας ζωγράφος, αλλιώς ένας άλλος άνθρωπος. Ο ζωγράφος προσπαθεί να βρει την ομορφιά στην ασχήμια και αντίστροφα κάτι λυπηρό στο γλέντι. Στο φως αναζητάς το σκοτάδι και στο σκοτάδι το φως. Δεν είναι όλα τόσο ξεκάθαρα. Στην ίδια τη χαρά ενυπάρχει η λύπη και αντίστροφα. Γι’ αυτό παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, γιατί ψάχνω να βρω κάτι ενδιαφέρον που θα πυροδοτήσει την έμπνευση».
Από τότε που γεννήθηκε
Η σχέση του με τη θάλασσα ξεκίνησε από τότε που γεννήθηκε, καθώς το πρώτο σπίτι της οικογένειας βρισκόταν απέναντι από την ακτή του Φαλήρου, ενώ ο πατέρας του ήταν ναυτικός. Χρειάστηκε όμως να περάσουν τόσο χρόνια για να δώσει αυτόν τον τίτλο σε μια έκθεση του, αναρωτιέται ο ίδιος.