Μια υπόδειξη ιδιώτη στις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού, σε θαλάσσια περιοχή της Ανδρου, γίνεται η αφετηρία για ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ταξίδι στο εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα της ύστερης κλασικής περιόδου.
Η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων πραγματοποίησε αυτοψία στο σημείο και εντόπισε, σε βάθος 39 έως 44 μέτρων, φορτίο ενός αρχαίου πλοίου, το οποίο συνίσταται, κατά την πρώτη εκτίμηση, από 600 έως 650 οξυπύθμενους αμφορείς, δηλαδή αγγεία με λαβές και σώμα που καταλήγει σε στενή, μυτερή βάση.
Ως «ένα ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο για να κατανοήσουμε πώς λειτουργούσε το εμπόριο στην αρχαιότητα», χαρακτήρισε, μιλώντας στον «Ε.Τ.», το ναυάγιο ο προϊστάμενος της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, Δημήτρης Κουρκουμέλης. Στο υποθαλάσσιο σημείο, το αρμόδιο επιστημονικό κλιμάκιο της υπηρεσίας πραγματοποίησε μια πρώτη αυτοψία και φωτογραφική καταγραφή. Οπως εξηγεί ο κ. Κουρκουμέλης, οι 600-650 αμφορείς είναι μόνο όσοι διακρίνονται στο σημείο και στη φωτογραφική αποτύπωση, καθώς παραμένει άγνωστο τι βρίσκεται κάτω από αυτούς.
Διαφορετικού τύπου
Η σημασία του ναυαγίου ενισχύεται κι από την ποικιλία των τύπων αμφορέων που έχουν ήδη αναγνωριστεί. Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού, διαπιστώθηκε η παρουσία τουλάχιστον τριών διαφορετικών τύπων εμπορικών οξυπύθμενων αμφορέων: τύπου Μένδης, Πεπαρήθου και Solokha 2. Η Μένδη υπήρξε μία από τις σημαντικότερες αρχαίες πόλεις της Χαλκιδικής. Ωστόσο, ο «αμφορέας τύπου Μένδης» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το αγγείο κατασκευάστηκε αποκλειστικά στην ίδια την πόλη. Σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα της αρχαιολογικής έρευνας, τέτοιοι αμφορείς ενδέχεται να παράγονταν σε ευρύτερη περιοχή της Χαλκιδικής. Πεπάρηθος ονομαζόταν στην αρχαιότητα η σημερινή Σκόπελος, όπου έχουν εντοπιστεί θέσεις στις οποίες λειτουργούσαν κεραμικά εργαστήρια κατασκευής αμφορέων. Με εργαστήρια των Σποράδων και της Πεπαρήθου έχει συνδεθεί και η παραγωγή αμφορέων του τύπου Solokha 2. Η ονομασία Solokha προέρχεται από νεκρόπολη στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, όπου ο συγκεκριμένος τύπος τεκμηριώθηκε για πρώτη φορά.
Το ιδιαίτερο σχήμα των οξυπύθμενων αμφορέων διευκόλυνε τη σταθερή τοποθέτησή τους σε ειδικά στηρίγματα ή διαμορφωμένες υποδοχές, διασφαλίζοντας την ακεραιότητά τους κατά τη διάρκεια του θαλάσσιου ταξιδιού. Κατά τη διάρκεια της αυτοψίας ανελκύσθηκε δειγματοληπτικά ένας αμφορέας από κάθε τύπο.
Πληροφορίες
Το χρονολογικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι εν λόγω αμφορείς ορίζεται στα τέλη του 5ου και τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Οι αμφορείς που ανελκύστηκαν αναμένεται να σπάσουν τη σιωπή αιώνων στον βυθό, αποκαλύπτοντας πολύτιμα στοιχεία για το φορτίο και για την προέλευσή του, τη διαδρομή του αρχαίου πλοίου, καθώς και τις θαλάσσιες διαδρομές της εποχής.
Στον χώρο εντοπίστηκαν, επίσης, τμήμα μολύβδινου στύπου άγκυρας, καθώς και ολιγάριθμοι λίθοι, οι οποίοι ενδέχεται να σχετίζονται με το έρμα του πλοίου. Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα εμπλουτίζει τις γνώσεις μας για το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα κατά την περίοδο των ύστερων κλασικών χρόνων. Η περαιτέρω μελέτη του ευρήματος θα προσφέρει προφανώς και άλλες ενδιαφέρουσες πληροφορίες τόσο για το φορτίο του όσο και για την προέλευσή του.
ΤΟ ΚΛΙΜΑΚΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΥΣΗΣ
Υστερα από περίπου 2.400 χρόνια, ένα αρχαίο ναυάγιο έρχεται στο φως από τον βυθό της Ανδρου, προσθέτοντας στοιχεία στη μακραίωνη ιστορία της ναυτοσύνης στον ελλαδικό χώρο. Το κλιμάκιο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων αποτελούσαν οι Ευαγγελιστής Διονύσιος, καταδυόμενος αρχαιολόγος, Τσομπανίδης Αγγελος, καταδυόμενος συντηρητής αρχαιοτήτων, και Μερσενιέ Λούι, τεχνικός βυθού.




















