Το οριστικό τέλος της μεταμνημονιακής εποπτείας θέλει να εξασφαλίσει η κυβέρνηση μέχρι και το τέλος του χρόνου, ώστε να βάλει τη σφραγίδα στην προσπάθεια να αφήσει πίσω την επώδυνη περίοδο των μνημονίων, δίνοντας ένα ακόμη ισχυρό μήνυμα στις αγορές αλλά και τους εταίρους της εντός της Ε.Ε.
Ως γνωστόν, η ενισχυμένη εποπτεία αποτέλεσε το 4ο μνημόνιο, αλλά χωρίς τη χρηματοδότηση των προηγούμενων. Μετά το τέλος της, η τρίμηνη εποπτεία αντικαταστάθηκε με την εξάμηνη. Ο πιο χαλαρός αυτός έλεγχος αποτυπώνεται σήμερα με μια ειδική εξαμηνιαία έκθεση-η οποία είναι αποτέλεσμα αξιολόγησης- της προόδου των μεταρρυθμίσεων και των αποτελεσμάτων της δημοσιονομικής της διαχείρισης. Η έκθεση αυτή δημοσιεύεται ειδικά για την Ελλάδα μαζί με τις εκθέσεις για όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου. Η Ελλάδα χρειάζεται αυτό το τέλος για να ενισχύσει την εικόνα της χώρας στις αγορές, αλλά και εντός της Ε.Ε. Οι σχετικές ανακοινώσεις θα γίνουν μέσα στον Νοέμβριο από την Κομισιόν.
Τι άλλαξε
Την ευκαιρία για την οριστική απαλλαγή από τις «ειδικές» αξιολογήσεις δίνει η αλλαγή του σχετικού κοινοτικού κανονισμού. Η βασική αλλαγή είναι ότι καταργείται, για τις χώρες οι οποίες εφάρμοσαν προγράμματα διάσωσης, η εποπτεία μέχρι το κράτος-μέλος να αποπληρώσει κατ’ ελάχιστο το 75% των χρημάτων που δανείστηκε. Ο νέος κανονισμός προβλέπει την έξοδο από τη μεταμνημονιακή εποπτεία μετά από πέντε χρόνια αξιολογήσεων. Σε αυτό το θέμα, η Ελλάδα ζητά μια εξαίρεση. Εχοντας περάσει τρία μνημόνια και μια τετραετή ενισχυμένη εποπτεία έχει ζητήσει να βγει από το καθεστώς εποπτείας μισό χρόνο νωρίτερα στα 4,5 χρόνια, τα οποία συμπληρώνονται στο τέλος του 2026.
Αν τελικά το ελληνικό αίτημα γίνει δεκτό, θα πάψει να αξιολογείται ειδικά για τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει κατά τη διάρκεια των μνημονίων, κλείνοντας ένα μεγάλο και δύσκολο κεφάλαιο της οικονομικής ζωής. Θα απαλλαγεί πλέον από τις ειδικές αξιολογήσεις της μεταπρογραμματικής εποπτείας. Και θα γλιτώσει από τις δύο τελευταίες επισκέψεις των θεσμών που ήταν προγραμματισμένες για το 2027.
Μείωση χρέους και υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα
Η Ελλάδα έχει αποδείξει τα τελευταία έξι χρόνια ότι έχει αφήσει πίσω της το κακό παρελθόν της. Μπορεί πλέον να δανειστεί από τις αγορές, έχοντας ανακτήσει από το 2023 την επενδυτική βαθμίδα και αποτελεί χώρα-υπόδειγμα στις δημοσιονομικές της επιδόσεις.
Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, αλλά ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολουθεί ταχεία καθοδική πορεία με ρυθμό μεγαλύτερο του 8,5% του ΑΕΠ το χρόνο. Επιπλέον, η χώρα πετυχαίνει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Αλλωστε, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει τη σημαντική αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, από 154% το 2024 σε 146,1% το 2025, με την πρόβλεψη να υποχωρήσει περαιτέρω στο 136,8% το 2026. Θετική αποτίμηση κάνει και για τις δημοσιονομικές επιδόσεις, καθώς το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ το 2025, ενώ η ελληνική οικονομία κατέγραψε ρυθμό ανάπτυξης 2,1% την ίδια χρονιά.























