Μια δισκογραφική δουλειά που έχει στο κέντρο της τον ποιητικό κόσμο του Ρωμανού του Μελωδού και συγκεντρώνει κορυφαίους Έλληνες ερμηνευτές, που είτε τραγουδούν, είτε αφηγούνται. Στο έργο συμμετέχουν συγκεκριμένα οι: Νάνα Μούσχouρη, Χάρις Αλεξίου, Γιώργος Νταλάρας, Ελευθερία Αρβανιτάκη Δήμητρα Γαλάνη, Τάνια Τσανακλίδου, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Δήμητρα Στογιάννη, Δημήτρης Καταλειφός, Κατερίνα Παπαδοπούλου, Σπύρος Σακκάς, Ζαχαρίας Καρούνης, π. Νεκτάριος Στογιάννης, το μουσικό σύνολο Ethos Ensemble και το φωνητικό σύνολο Θυγατέρες.
Μετά το Holy Week, που συντρόφευσε χιλιάδες ακροατές το Πάσχα της καραντίνας του 2020, ο Θωμάς Κωνσταντίνου στρέφεται αυτή τη φορά στον Ρωμανό τον Μελωδό:
«Ήταν πλέον βαθιά η ανάγκη μου να συναντηθώ με τον λόγο», λέει ο ίδιος στον «Ε.Τ.» και συνεχίζει: «Να αποκτήσει νόημα η μουσική μου και να εκφράσω για πρώτη φορά αυτά που για χρόνια έκρυβα. Μάλιστα, δεν κρύβω πως, διαβάζοντας τον βίο του Αγίου Ρωμανού, ταυτίστηκα μαζί του, αφού έχω υποστεί κι εγώ ως νέος εξευτελισμούς και bullying σχετικά με τις καλλιτεχνικές μου ικανότητες. Ήταν μια ευκαιρία, λοιπόν, να αναμετρηθώ με τα σκοτάδια μου και μπορώ να πω πως ο Ρωμανός με βοήθησε πολύ, ξεκλειδώνοντας εκφραστικές πτυχές που δεν γνώριζα πως είχα μέσα μου.
Στο έργο ο Ρωμανός δεν προσεγγίζεται ως ένα μουσειακό ή αυστηρά θρησκευτικό πρόσωπο, αλλά ως ποιητής με δραματική ένταση και σύγχρονη απήχηση. Πώς χτίσατε αυτή τη γέφυρα ανάμεσα στο βυζαντινό υλικό και στο σημερινό κοινό;
Δήμητρα Στογιάννη: Ο Ρωμανός με συνεπήρε. Με τη βαθιά ποιητική υπόστασή του αλλά και τη θεατρική του διάσταση. Ένιωσα ότι διαβάζω αρχαία τραγωδία. Στους «στίχους» του υπήρχε μέλος κι ένας εσωτερικός ρυθμός. Αλλά και αλήθεια. Είναι αυτό που κάνουμε στο θέατρο, τις σκηνές off. Δηλαδή τις σκηνές πίσω από το έργο. Εν προκειμένω, πίσω από τα γεγονότα που γνωρίζουμε από την Καινή Διαθήκη, με τα οποία έχουμε καταπιαστεί. Ο Ρωμανός, λοιπόν, πιάνει τη σκηνή που η Παναγία βρίσκεται κάτω από τον σταυρό και μιλάει στο παιδί της. Ή τη σκηνή που η πόρνη πηγαίνει να αγοράσει μύρο για Τον αγαπημένο της και πιάνει κουβέντα με τον αρωματοπώλη. Τέτοιες σκηνές ξεχωρίσαμε και εντάξαμε στο πρότζεκτ ως μια συνέχεια γεγονότων από την είσοδο στα Ιεροσόλυμα μέχρι την Ανάσταση. Αυτό θέλαμε να το αποδώσουμε με μια σύγχρονη ματιά. Με έναν τρόπο που θα είναι προσιτός για όλους. Θέλαμε να αποκαλύψουμε τη διαχρονική διάσταση του Ρωμανού, ώστε να είναι εύληπτος από όλους και να μην αφορά μόνο τους ακροατές που έτσι κι αλλιώς θα ανατρέξουν σε ψαλμούς και εδάφια της Μεγάλης Εβδομάδας.
Θωμάς Κωνσταντίνου: Ο Ρωμανός, όπως και η ποίησή του, είναι ολοζώντανος. Όπως και ο Σοφοκλής, όπως και ο Σαίξπηρ. Κάνει τις ερωτήσεις, όμως δίνει και τις απαντήσεις, «αφού μπορεί να το κάμει». Μπορεί το περιβάλλον στο οποίο έζησε και συνέθεσε τους ύμνους του να ήταν αμιγώς εκκλησιαστικό, όμως ας μην ξεχνάμε πως εκείνη την εποχή η λατρεία ήταν, εκτός των άλλων, και καλλιτεχνικό γεγονός. Οι λειτουργικές ανάγκες ήταν περισσότερο συνδεδεμένες με τη θεατρικότητα και τη μουσικότητα, μιας και οι καλλιτεχνικές επιλογές των ανθρώπων τότε ήταν πολύ λιγότερες. Το βυζαντινό υλικό αποτελεί τη ραχοκοκαλιά αυτού του έργου. Στις φόρμες αυτές στηρίχτηκα για να «ξεκλειδώσω» τις μελωδίες που έβλεπα να περνάνε από μπροστά μου διαβάζοντας τους υπέροχους ύμνους του. Όταν κατάφερνα να απομονώσω κάποια μελωδία, αμέσως την «έντυνα» με πινελιές δυτικού τύπου, προσπαθώντας να ισορροπώ ανάμεσα στην ελληνική δωρικότητα, προσπερνώντας, ει δυνατόν, την ωραιοπάθεια της Δύσης.
Το «Αυτός που βρίσκεται παντού» ξεδιπλώνεται σε επτά πράξεις και κινείται ανάμεσα σε spoken songs, αφήγηση και πρωτότυπη μουσική. Πώς δουλέψατε τη μορφή του έργου ώστε να έχει και μουσική συνοχή και θεατρική ένταση;
Δήμητρα Στογιάννη: Αυτό που λέτε ήταν εξαρχής ο στόχος. Να μην υπερέχει κάποιο από τα δύο είδη. Να μην είναι, δηλαδή, αμιγώς μουσικό ή αμιγώς θεατρικό. Χρησιμοποιήσαμε τη θεατρική δράση του έργου και την υπογραμμίσαμε με μουσικό περιεχόμενο. Ταυτόχρονα, χρησιμοποιήσαμε τη μουσική ως γέφυρα ανάμεσα στα δραματοποιημένα γεγονότα, έτσι ώστε να υπάρχει μετάβαση από το ένα στο άλλο με ενδιαφέροντα τρόπο. Από τη στιγμή, λοιπόν, που είχαμε όλο το ηχογραφημένο υλικό από τους σπουδαίους καλλιτέχνες, αρχίσαμε να «παίζουμε» με τις δυναμικές, τον ρυθμό και τις δραματουργικές εντάσεις, ώστε να καταλήξουμε στο τελικό αποτέλεσμα.
Θωμάς Κωνσταντίνου: Αντιμετωπίσαμε αυτές τις αφηγήσεις όχι ως θεατρικό κείμενο, αλλά ως αυτό που πραγματικά είναι: τραγούδια. Ο Ρωμανός ήταν ένας songwriter της εποχής του και μάλιστα πολύ επιτυχημένος. Από την άλλη, η ποιητική απόδοση του γέροντα Ανανία διατηρεί τον ρυθμό του Ρωμανού με ευφυέστατο τρόπο, οπότε όλα ήταν εκεί και μας περίμεναν να τα συνδέσουμε μεταξύ τους. Κάτι που απόλαυσα ιδιαίτερα ήταν να γράφω κάτω από τις αφηγήσεις-τραγούδια. Η μουσική δεν χρησιμοποιήθηκε ως δευτερεύον μουσικό χαλί, αλλά ως μέρος της δραματουργίας και σε έντονη διάδραση με τον λόγο.
Στο δελτίο Τύπου δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις γυναικείες μορφές του Ρωμανού — την Παναγία, τις Μυροφόρες, τις γυναίκες που φέρουν τη μνήμη, την απώλεια και το συναίσθημα. Γιατί ήταν σημαντικό για εσάς να βρεθούν αυτές οι φωνές στο κέντρο της αφήγησης;
Δήμητρα Στογιάννη: Η γυναίκα, ούσα υποβαθμισμένη την εποχή που έζησε ο Θεάνθρωπος, πήρε τη θέση που της άξιζε από τον ίδιο τον Χριστό. Την πήρε και την ανέδειξε. Τη Σαμαρείτιδα, τη Μαρία τη Μαγδαληνή, τις Μυροφόρες. Μάλιστα, στην Εκκλησία εξέχουσα θέση έχει η ίδια η Παναγία, που τιμάται όσο κανένας από τους Αγίους. Μοιραία, λοιπόν, στο «Αυτός που βρίσκεται παντού» δε θα μπορούσαν να έχουν μικρότερο ρόλο οι γυναίκες, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των κομματιών που επιλέξαμε να συμπεριλάβουμε απαρτίζεται από γυναικείες μορφές. Και βγαίνει η τρυφερότητα, η ακεραιότητα αλλά και η δυναμική των γυναικών, που τόσο ωραία αποδίδονται από τις κυρίες που αφηγήθηκαν.
Θωμάς Κωνσταντίνου: Επειδή η γυναικεία μορφή ήταν εξίσου σημαντική για τον ίδιο τον Ρωμανό. Εκτός από τη βαθιά αγάπη του για τον άνθρωπο, ο Ρωμανός δείχνει ιδιαίτερη αγάπη προς τη γυναίκα και ειδικά για την Παναγία, τη μεγάλη του ευεργέτιδα. Όπως ένα μικρό παιδί τρέχει στη μάνα του, στα δύσκολα, έτσι κι ο Ρωμανός. Στον ύμνο του για τις Μυροφόρες οι γυναίκες αναλαμβάνουν δράση όταν όλα δείχνουν να είναι χαμένα. Όταν όλοι κρύβονται μετά τη Σταύρωση, αυτές είναι που αψηφούν τα lockdown της εποχής και δείχνουν την ανδρεία τους πηγαίνοντας στον Τάφο.
Συγκεντρώνετε στο έργο φωνές με πολύ διαφορετικό εκτόπισμα, ιστορία και εκφραστικό φορτίο. Πώς λειτούργησε για εσάς αυτή η συνάντηση τόσο εμβληματικών ερμηνευτών μέσα σε ένα ενιαίο καλλιτεχνικό όραμα;
Δήμητρα Στογιάννη: Καταρχάς, αυτό προέκυψε από ένα κάλεσμα του ίδιου του Ρωμανού. Γι’ αυτό και ήταν κάπως καθοριστικό να αποδεχτούν όλοι οι καλλιτέχνες την πρόσκληση, αλλά και να φέρουν ο καθένας τον μοναδικό και τόσο πλούσιο καλλιτεχνικό του κόσμο. Και, βέβαια, όταν ο σκηνοθέτης έχει καλούς ερμηνευτές, η δουλειά του είναι κάπως πιο εύκολη. Έχει πολύ αξιόλογη πρώτη ύλη για να επεξεργαστεί και να δουλέψει, και να την πάει εκεί που οραματίζεται.
Θωμάς Κωνσταντίνου: Ήταν κάτι που ξεκίνησε τυχαία, που όμως στην πορεία αποδείχτηκε πολύ σημαντικό σημειολογικά. Δεν είναι τυχαίο πως, εκτός από τον Δημήτρη Καταλειφό, που είναι και ο μοναδικός ηθοποιός του έργου, οι περισσότερες ερμηνεύτριες είναι τραγουδίστριες, με θεατρική παιδεία βέβαια οι περισσότερες.
Γυρίσαμε ετυμολογικά, λοιπόν, στην πιο αυθεντική εκδοχή της λέξης «τραγωδός», που σημαίνει τραγουδιστής. Και ποιος είναι καταλληλότερος να ερμηνεύσει τα «τραγούδια» του Ρωμανού από τις μεγαλύτερες και εμπειρότερες τραγουδίστριες που έβγαλε αυτή η χώρα; Ξαφνικά όλα απέκτησαν νόημα, αφού δεν ήμασταν εμείς που επιλέγαμε, αλλά ο ίδιος ο Ρωμανός, που ως συνθέτης, ποιητής, συγγραφέας, έκανε το καλύτερο δυνατό casting για το έργο.