Γράφει η Ματίνα – Ιωάννα Κυριαζοπούλου
Ένας από αυτούς είναι ο μάχιμος γαστρεντερολόγος και λογοτέχνης δρ. Χρυσόστομος Ν. Καλαντζής, ο οποίος επέλεξε στο τρίτο του μυθιστόρημα να αποτίσει φόρο τιμής στους δημιουργούς τους, Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και Άγκαθα Κρίστι, αντίστοιχα, σκηνοθετώντας τη «συνάντηση» των δυο θρυλικών ντεντέκτιβ με σκοπό την επίλυση της περιβόητης υπόθεσης του Τζαν του Αντεροβγάλτη.
Στη δύση της ζωής του, ο Σέρλοκ Χολμς ζει απομονωμένος μακριά από το πολύβουο Λονδίνο και ασχολείται με τη μελισσουργία και την υπόθεση του γνωστού serial killer. Χρόνια μετά, ο Αχιλλέας Ντιπόν, alter ego του Βέλγου ντεντέκτιβ, επισκέπτεται κι αυτός, μετά την επίλυση της υπόθεσης δολοφονίας του Ρότζερ Άκροϊντ, την όμορφα χρωματισμένη από την πένα του Καλαντζή αγγλική επαρχία.
Κανείς όμως «δεν πρέπει να εμπιστεύεται την ησυχία της εξοχής»: ο Ντιπόν οδηγείται στη λύση του μυστηρίου αξιοποιώντας όλα τα στοιχεία που ο Σέρλοκ λίγο πριν το τέλος του είχε αφήσει καλά κρυμμένα σε ένα μυστικό δωμάτιο της οικίας του μελισσουργού -η όμορφη αποτύπωσή της στο εξώφυλλο του βιβλίου που σχεδίασε η Έλλη Νικολαΐδου στηριζόμενη σε έργο ζωγραφικής της Alison Griffin απέσπασε το Βραβείο Καλύτερου εξωφύλλου στα Skroutz Book Awards 2025. Με αυτά στα χέρια του ο Ντιπόν θα καταφέρει να λύσει ένα μυστήριο που μέχρι σήμερα παραμένει σε εκκρεμότητα.
Τι είναι αυτό που κάνει έναν γιατρό να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία και δη με το λογοτεχνικό έγκλημα;
Το ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία είναι κάτι που μου το καλλιέργησε από νωρίς η μητέρα μου. Όταν διαβάζεις για χρόνια πολλά βιβλία και νέες ιδέες αναπτύσσονται στο μυαλό σου δύο τινά μπορούν να συμβούν: είτε να τις κρατήσεις για τον εαυτό σου και να χαθούν για πάντα μιας και δεν τις μοιράστηκες με τους άλλους είτε να πάρεις χαρτί και μολύβι και να αρχίσεις να γράφεις κάτι που δε γνωρίζεις από την αρχή σε τι θα μετασχηματιστεί. Η γραφή είναι μυστήριο πράγμα, όπως κάθε μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας, όταν σε πιάνει ίστρος κεραυνοβολείσαι, πρέπει πχ. να σηκωθείς στη μέση της νύχτας και να γράψεις: όταν η έμπνευση σου χτυπά την πόρτα μπορείς μόνο να της ανοίξεις. Όταν έγραφα το πρώτο μου βιβλίο (Το δέντρο του Λαέρτη) το μεγαλύτερό μου άγχος ήταν αν είναι καλό αυτό που πέρασε από τη σκέψη μου στην πένα και κατόπιν στο χαρτί. Έδωσα, λοιπόν, τις πρώτες πενήντα σελίδες στη μητέρα μου που είναι αρχαιολόγος για να τις διαβάσει να μου πει τη γνώμη της δίχως να της αποκαλύψω την ταυτότητα του συγγραφέα. Δεν πίστευε πως ήταν δικό μου μιας και μέχρι τα σαράντα που ήμουν τότε δεν είχα γράψει απολύτως τίποτα λογοτεχνικό, ήμουν αποκλειστικά αφοσιωμένος στην ιατρική επιστήμη.
Αυτό που ώθησε να γράψω μια αστυνομική ιστορία ήταν η διαπίστωση πως η λογική που ακολουθούν για την επίλυση μιας εγκληματικής υπόθεσης οι δυο αγαπημένοι μου λογοτεχνικοί ντεντέκτιβ, ο Χολμς και ο Πουαρό, είναι η ίδια μαιευτική και ταυτόχρονα επαγωγικής λογικής μέθοδος που χρησιμοποιούμε οι γιατροί κατά την διαδικασία εξεύρεσης της νόσου και της γνωμάτευσης. Για να καταλήξεις στην νόσο πρέπει να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις στον ασθενή και να αναλύσεις όλα τα στοιχεία, απτά όπως η κλινική εικόνα ή δεδομένα εργαστηριακών αναλύσεων. Στην εγκληματολογία λοιπόν και στην ιατρική ο τρόπος σκέψης είναι παρόμοιος. Άλλωστε ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ ήταν γιατρός και λέγεται πως για τον χαρακτήρα του Σέρλοκ Χολμς εμπνεύστηκε από τη μορφή και τον τρόπο σκέψης του Τζόζεφ Μπελ, καθηγητή του στην Ιατρική σχολή του Εδιμβούργου που δίδασκε πως στη διάγνωση καταλήγουμε μέσα από αποκλεισμούς. Αντίστοιχα, η Άγκαθα Κρίστι κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έγινε νοσοκόμα και εργάστηκε ως νοσοκομειακή φαρμακοποιός· τότε ήταν που απέκτησε τόσες γνώσεις για τα δηλητήρια που έμελλε να γίνουν το αγαπημένο της δολοφονικό όπλο.

Πως προέκυψε αυτή η «συνάντηση» του alter ego του Ηρακλή Πουαρό με τον Σέρλοκ Χολμς;
Όσο κι αν το έψαξα, ακόμη και σε ανέκδοτες ιστορίες, δεν βρήκα πουθενά, σε παγκόσμιο επίπεδο, να επιχειρείται συνάντηση των δυο διασημότερων ιδιωτικών αστυνομικών της αγγλικής λογοτεχνίας. Αυτό οφείλεται προφανώς στο ότι όταν ο Σέρλοκ Χολμς είναι γύρω στα πενήντα του το 1880 ο Πουαρό έχει μόλις γεννηθεί. Για να συνυπάρξουν θα έπρεπε ο συγγραφέας να χρησιμοποιήσει το τέχνασμα του ταξιδιού στο χρόνο από τον ένα ή τον άλλο ήρωα. Έτσι όμως περνάμε στη λογοτεχνία του φανταστικού, ενώ εγώ ήθελα να γράψω ένα ρεαλιστικό και απόλυτα αληθοφανές έργο με σκοπό να εστιάσουμε στο έγκλημα και όχι στα στοιχείο του φανταστικού. Εξάλλου, και το έγκλημα που λύνουν «από κοινού» είναι ένα true crime, το οποίο δεν ήθελα επ’ ουδενί να αλλοιώσω. Έτσι, επέλεξα ο ένας, ο γηραιότερος, να αφήνει κάτι πίσω του και ο νεότερος να το βρίσκει. Αμφότεροι έχουν τον ίδιο τρόπο σκέψης στην εγκληματολογική ανάλυση, οι εμμονές και η μέθοδος ερευνάς τους είναι παρόμοιες. Με αυτό τον τρόπο δεν υποβαθμίζεται κανένας από τους δυο τόσο ιδιόμορφους και διαφορετικούς χαρακτήρες με το ίδιο, ωστόσο, κοφτερό μυαλό. Αναγκαστικά βέβαια, ο Χολμς είναι νεκρός. Μου επισημάνθηκε ότι «σκότωσα τον Σέρλοκ Χολμς», αυτό όμως δεν ισχύει. Ο ίδιος ο δημιουργός του τον είχε σκοτώσει και μετά από απαίτηση του κοινού τον επανέφερε στη ζωή. Εγώ του προσέφερα ένα τέλος αντάξιό του και μια δικαίωση για τα πεπραγμένα του, κάνοντάς τον ίσως λίγο περισσότερο ανθρώπινο -και δεν αναφέρομαι στη χρήση κοκαΐνης, την αδυναμία που του είχε αποδώσει ο Ντόιλ, αλλά στις επιλογές που τον βάζω να κάνει τα τελευταία χρόνια της ζωής του μακριά από το Λονδίνο.
Δεν υπάρχει αναγνώστης που γνωρίζει τον Ηρακλή Πουαρό που δεν θα καταλάβει ότι αυτός κρύβεται πίσω από το όνομα Αχιλλέας Ντιπόν. Πώς έγινε η επιλογή αυτού του ονόματος;
Όταν έγραφα το βιβλίο ο ήρωας είχε το όνομα Ηρακλής Πουαρό, ωστόσο μιας και το franchise των πνευματικών δικαιωμάτων της Αγκαθα Κρίστι δεν θα επέτρεπε ακόμη τη χρήση του ονόματος Πουαρό επέλεξα να αλλάξω το όνομά του και ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της εμφάνισης του καθώς και την καταγωγή του. Το Ντιπόν δεν παραπέμπει στον ερασιτέχνη ιδιωτικό ερευνητή Αύγουστο Ντυπέν του Έντγκαρ Άλαν Πόου, αλλά το εμπνεύστηκα από τους δίδυμους ντεντέκτιβ που συναντάμε στον «Τεν Τεν». Το Αχιλλέας το επέλεξα αντί του Ηρακλής για ευνόητους λόγους και επειδή ήθελα ο ντεντέκτιβ μου να προέρχεται από γαλλόφωνη χώρα τον έκανα Μονεγάσκο αντί για Βέλγο που είναι ο Πουαρό. Είναι ψηλός, ασπροντυμένος και δίχως μουστάκι, σε αντίθεση με τον Πουαρό που είναι κοντός, μαυροντυμένος και το μουστάκι του είναι το σήμα κατατεθέν του, ως προς όλα τα υπόλοιπα είναι ολόιδιοι: οι επιλογές, οι εμμονές, ο τρόπος σκέψης του, μέχρι και η αγάπη του για την υψηλή γαστρονομία «μυρίζουν Πουαρό».
Πόσο πιθανό είναι το να καταλήξουμε ως προς το ποιος κρύβεται πίσω από το όνομα Τζαν ο Αντεροβγάλτης;To άλυτο έγκλημα το ποιος κρύβεται πίσω από το όνομα Τζακ Αντεροβγάλτης.
Η δική μου έρευνα πριν τη συγγραφή του βιβλίου είχε διάρκεια δυόμιση χρόνια, καθώς έψαξα μέχρι και στα αρχεία που εξέδωσε το FBI το 1980. Γνωρίζουμε ότι ήταν ένας άνδρας 40 -45 ετών, χειρωδύναμος, με κάποιες γνώσεις ιατρικής, όχι απαραίτητα βίαιος αλλά σίγουρα μεγαλωμένος σε δύσκολες συνθήκες. Στη συνέχεια στηρίχθηκα στα στοιχεία από τις καταθέσεις στην αστυνομία και τα άρθρα στις εφημερίδες της εποχής. Είναι δύσκολο όμως να διακρίνει κανείς την αλήθεια από το ψέμα γιατί η περσόνα του Τζακ του Αντεροβγάλτη ήταν σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα των φυλλάδων και ένα υψηλό ποσοστό των στοιχείων είναι ψεύτικα.
Επίσης, με αφορμή ένα γυναικείο σάλι που βρέθηκε στον τόπο του τελευταίου εγκλήματος, θεωρήθηκε πως πίσω από τους φόνους κρύβονταν ένας Πολωνοεβραίος μετανάστης ονόματι Άαρον Κοσμίνσκι, ένας από τους βασικούς μάρτυρες της υπόθεσης, γιατί το γενετικό υλικό των απογόνων του ταυτίζεται κατά 90% με το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από το σάλι. Οι απόγονοί του βέβαια αρνούνται την εκταφή του… Προσωπικά δεν με καλύπτει αυτή η εκδοχή.
Επέλεξα ως ένοχο μια άλλη γνωστή προσωπικότητα της εποχής, όχι γιατί είμαι πεπεισμένος ότι αυτός κρυβόταν πίσω από τους φόνους (δεν θα μπορούσε άλλωστε μιας και κατά την τέλεση κάποιων από τους φόνους βρισκόταν εκτός Λονδίνου) αλλά γιατί η εκδοχή αυτή είναι απόλυτα αληθοφανής και οι λογοτεχνικές κατασκευές που χρειάστηκε να προσθέσω ήταν ελάχιστες. Η επιλογή της ταυτότητας του δολοφόνου δεν ήταν διόλου εύκολη υπόθεση, αλλά εργώδης, σωστή σπαζοκεφαλιά. Αυτή είναι όμως η γοητεία των αστυνομικών μυθιστορημάτων και των ιστοριών μυστηρίου.