Όπως αναφέρουν, δεν μπορούν «να επιτρέψουν η Ελλάδα να ακολουθήσει την πορεία ευρωπαϊκών χωρών όπου μια επιθετική και ανορθολογική Ακροδεξιά καθορίζει την ατζέντα στον συντηρητικό χώρο, ενώ η Αριστερά περιορίζεται σε ρόλο διαμαρτυρίας στο περιθώριο». Επισημαίνουν ότι το Διαρκές Προγραμματικό Συνέδριο αποτέλεσε, κατά την άποψή τους, την τελευταία ευκαιρία για τη Νέα Αριστερά, η οποία όμως χάθηκε. Αντί να αρθεί το αδιέξοδο, υποστηρίζουν πως η απόφαση του Συνεδρίου ερμηνεύτηκε από την πρώτη στιγμή με διαφορετικό τρόπο από τις δύο πλευρές του κόμματος, με αποτέλεσμα να διατηρείται μια «παραλυτική ισορροπία» που προοιωνίζεται νέα κρίση, σε ένα περιβάλλον γενικευμένης αποστασιοποίησης των ψηφοφόρων της Αριστεράς, όπως – σημειώνουν – καταγράφεται και στις δημοσκοπήσεις.
Παράλληλα, τονίζουν ότι σαφήνεια υπήρξε μόνο σε δύο σημεία: στην «φωτογραφική αποδοκιμασία» του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και στην απόρριψη κάθε προοπτικής συνεργασίας με δυνάμεις της Κεντροαριστεράς. Την επιλογή αυτή χαρακτηρίζουν πολιτικά επιζήμια και δηλώνουν ότι δεν μπορούν να τη στηρίξουν.
Καταλήγοντας, δηλώνουν πως θα συμβάλουν στην ανασύνθεση της Αριστεράς και στη συγκρότηση ενός ευρύτερου προοδευτικού μετώπου με αξιόπιστη και κοινωνικά αναγνωρίσιμη ηγεσία, τονίζοντας ότι επιδιώκουν μια Αριστερά «χρήσιμη για την κοινωνία», ικανή να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε δύναμη αλλαγής και με προοπτική διακυβέρνησης.
Αναλυτικά η ανακοίνωση:
«Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η συγκυρία σαρώνει τα μικρά και τα ασήμαντα και φέρνει στο προσκήνιο τα πραγματικά, σκληρά διλήμματα. Χρέος των πολιτικών κομμάτων – και ιδίως των αριστερών, δηλαδή εκείνων που οφείλουν να δρουν με κριτήριο τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων – είναι να αποκωδικοποιούν τα επίδικα κάθε ιστορικής περιόδου και να χαράσσουν πορεία που θα βελτιώνει απτά την καθημερινότητα της κοινωνικής πλειοψηφίας, μεταφέροντας πόρους, ισχύ και εξουσίες από τους λίγους στους πολλούς.
Ως ιδρυτικά μέλη της Νέας Αριστεράς, δύο ήταν εξαρχής οι βασικές μας προτεραιότητες. Πρώτον, η ανάγκη να ξεμπερδέψει η Αριστερά με το επικίνδυνο φαινόμενο του κασσελακισμού, κάτι που κατέστη εφικτό με την αποφασιστική- μετά ένα σημείο -στάση συντρόφων και συντροφισσών του ΣΥΡΙΖΑ.
Δεύτερον, η ανάγκη να διαμορφωθεί ένα πολιτικό υποκείμενο που θα λειτουργούσε ως καταλύτης για την ανασύνθεση και την ενότητα του ευρύτερου προοδευτικού χώρου. Απέναντι σε αυτή τη δεύτερη στρατηγική στόχευση εκδηλώθηκε από νωρίς σοβαρή αντίδραση. Σταδιακά, η αντίδραση αυτή μετατράπηκε σε πλειοψηφούσα άποψη στα όργανα του κόμματος, οδηγώντας σε παραλυτική στασιμότητα και σε έναν ιδιότυπο πολιτικό και οργανωτικό δυϊσμό. Ο Πρόεδρος και η πλειοψηφία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας μιλούσαν τη γλώσσα της ενότητας· ενώ αντίθετα, ο Γραμματέας και η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής και του Πολιτικού Γραφείου εργάζονταν αποκλειστικά για την ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς, απορρίπτοντας κάθε ευρύτερη προοπτική.
Σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία οι διεθνείς και εσωτερικές εξελίξεις επιβάλλουν τη μέγιστη δυνατή ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων, τα λαϊκά στρώματα πλήττονται σκληρά από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη και νέα μορφώματα με βαθιά αντιδραστικό λόγο αναδύονται, εμείς αρνούμαστε να εγκλωβιστούμε σε μια ατέρμονη ομφαλοσκόπηση γύρω από την «καθαρότητα» της ταυτότητας της Αριστεράς. Είμαστε πεπεισμένοι/ες ότι οι πολίτες δεν κινητοποιούνται και δεν ψηφίζουν μόνο βάσει ταυτοτήτων, αλλά κυρίως βάσει ταυτίσεων: με σχέδια, προτάσεις, πρόσωπα και συλλογικές προοπτικές που τους αφορούν άμεσα. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε η Ελλάδα να ακολουθήσει το παράδειγμα πολλών ευρωπαϊκών χωρών, όπου μια επιθετική, ανορθολογική Ακροδεξιά επιβάλλει την ατζέντα της στον συντηρητικό χώρο, ενώ η Αριστερά αυτοπεριορίζεται στο περιθώριο ως δύναμη απλής διαμαρτυρίας.
Το Διαρκές Προγραμματικό Συνέδριο αποτέλεσε την τελευταία ευκαιρία για τη Νέα Αριστερά. Η ευκαιρία αυτή χάθηκε. Αντί να επιλυθεί το αδιέξοδο, η απόφαση του Συνεδρίου – η οποία από το ίδιο κιόλας βράδυ ερμηνεύθηκε εντελώς διαφορετικά από τις δύο πλευρές του κόμματος – διαιωνίζει την παραλυτική ισορροπία και προετοιμάζει το έδαφος για μια νέα κρίση. Όλα αυτά εξελίσσονται μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης αδιαφορίας και δυσφορίας του κόσμου της Αριστεράς, όπως αποτυπώνεται καθαρά σε όλες τις δημοσκοπικές μετρήσεις.
Σε δύο μόνο σημεία υπήρξε σαφήνεια στην απόφαση του Συνεδρίου:στην φωτογραφική αποδοκιμασία του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και στην απόρριψη κάθε προοπτικής συνεργασίας με τις δυνάμεις της Κεντροαριστεράς.
Αυτή την πολιτικά καταστροφική επιλογή ούτε θέλουμε ούτε μπορούμε να υπηρετήσουμε. Αντιθέτως, είμαστε αποφασισμένοι να συμβάλουμε ενεργά στο εγχείρημα της ανασύνθεσης του συνόλου της Αριστεράς, παράλληλα με τη συγκρότηση ενός ευρύτερου μετώπου προοδευτικών δυνάμεων, με αξιόπιστη και κοινωνικά αναγνωρίσιμη ηγεσία.
Για όλους αυτούς τους λόγους, δηλώνουμε την αποχώρηση μας από τη Νέα Αριστερά. Θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για μια Αριστερά χρήσιμη για την κοινωνία, ικανή να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε συλλογική δύναμη αλλαγής. Για μια μαχητική και κυβερνώσα Αριστερά.
Σταύρος Ακριτίδης.
Σπύρος Βάρελης
Καίτη Θεοχάρη
Πολύβιος Κατσάνης
Νίκος Μπίστης
Σοφία Πανδή
Φωτεινή Σιάνου
Άρης Στυλιανού
Γρηγόρης Τσαπαρέλης
Πετρος Φιλίππου»

