Παράλληλα επισημαίνονται τα εξής:
«1. Η ΑΑΔΕ, ως δημόσια υπηρεσία, προβαίνει στην άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει σχετική εισήγηση των νομικών παραστατών της και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (συναφής η από 31/3/2026 ενημέρωσή μας προς τα ΜΜΕ). Η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων αποτελεί ταυτόχρονα δικαίωμα και υποχρέωση της Υπηρεσίας, για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος. Η μη άσκηση ενδίκου μέσου, παρά τη σχετική θετική εισήγηση προς τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΑΑΔΕ, εγείρει ζήτημα πειθαρχικής και ποινικής ευθύνης των αρμοδίων οργάνων της Υπηρεσίας. Πολύ περισσότερο, όταν το αντικείμενο της δικαστικής διαφοράς, σε υποθέσεις τέτοιας φύσης, είναι η καταβολή χρηματικών ποσών από δημόσιους πόρους, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση.
- Σε διάφορα δημοσιεύματα και αναφορές επιχειρείται να δοθεί η εντύπωση ότι η έκδοση της μη εκτελεστής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου επί της εν λόγω υπόθεσης, η οποία, σημειωτέον, συζητήθηκε πριν από την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, συνεπάγεται την υποχρέωση της ΑΑΔΕ να επανατοποθετήσει την εν λόγω υπάλληλο ως προϊσταμένη της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Τούτο είναι ανακριβές, διότι η εν λόγω θέση ευθύνης δεν υφίσταται από 1/1/2026, μετά την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, καθώς οι συγκεκριμένες αρμοδιότητες εσωτερικού ελέγχου μεταφέρθηκαν στην υφιστάμενη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της ΑΑΔΕ, η οποία λειτουργεί από συστάσεως της Αρχής, την 1/1/2017, και στην οποία, σύμφωνα με τον Οργανισμό της ΑΑΔΕ, πάντοτε προΐσταται υπάλληλος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ). Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα επανατοποθέτησης της εν λόγω υπαλλήλου στην καταργηθείσα θέση ευθύνης από 1/1/2026 και μετά, αλλά μόνο τυχόν καταβολής χρηματικών ποσών από δημόσιους πόρους προς την εν λόγω υπάλληλο, σε περίπτωση απόρριψης των ένδικων μέσων.
- Η τοποθέτηση υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης της ΑΑΔΕ διενεργείται μέσω ανοικτών διαδικασιών, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που προβλέπονται στον Νόμο και τον Οργανισμό της Αρχής. Δεν είναι νομικά δυνατή η τοποθέτηση σε θέση ευθύνης, χωρίς την πλήρη τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων ούτε η παράκαμψη της διαδικασίας επιλογής.
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η μη άσκηση ένδικου μέσου στην προκειμένη περίπτωση θα αποτελούσε όχι μόνο προνομιακή μεταχείριση, αλλά και λόγο αναζήτησης πειθαρχικών και ποινικών ευθυνών από τα αρμόδια όργανα της ΑΑΔΕ που παρέλειψαν να προβούν στις προβλεπόμενες ενέργειες.
Η ΑΑΔΕ σέβεται τα δικαιώματα του συνόλου των 12.000 των εργαζόμενων της και εφαρμόζει ενιαία το θεσμικό πλαίσιο, με βάση τις αρχές της ισότητας, της αμεροληψίας και της μη διάκρισης, με στόχο τη διασφάλιση της νομιμότητας και της ορθής λειτουργίας της Διοίκησης. Αυτονόητα, εφαρμόζει όλες τις δικαστικές αποφάσεις από τις οποίες προκύπτει υποχρέωση συμμόρφωσής της. Ταυτόχρονα αναμένει από τους υπαλλήλους της τον σεβασμό των διαδικασιών που προβλέπονται στον νόμο και το κανονιστικό πλαίσιο και αφορούν στην υπηρεσιακή τους κατάσταση και εξέλιξη.»
ΟΠΕΚΕΠΕ: Έφεση κατά της επιστροφής της Τυχεροπούλου στον Οργανισμό άσκησε η ΑΑΔΕ – Τι καταγγέλλει ο δικηγόρος της
«Σοβαρά ερωτήματα για την ίση μεταχείριση και την αμεροληψία της Διοίκησης» δημιουργεί η έφεση της ΑΑΔΕ κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου που δικαίωσε την Παρασκευή Τυχεροπούλου διατάσσοντας την επανατοποθέτησή της στη θέση της Διευθύντριας Εσωτερικού Ελέγχου που κατείχε στον ΟΠΕΚΕΠΕ, σύμφωνα με δήλωση του δικηγόρου της υπαλλήλου, Αντώνη Βαγιάνου, χθες, Δευτέρα (4/5).
Υπενθυμίζεται, ότι η κα Τυχεροπούλου είχε καθαιρεθεί από τη θέση της Διευθύντριας Εσωτερικού Ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ και τοποθετήθηκε σε θέση πρωτοκόλλου, χωρίς πρόσβαση στο πληροφοριακό σύστημα και χωρίς ουσιαστικά καθήκοντα.
Η πλευρά της υπαλλήλου κάνει λόγο για συνεχιζόμενη αδικία και «επιλεκτική» ευαισθησία της Διοίκησης, παραθέτοντας το ιστορικό μιας υπόθεσης που εμπλέκει τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η δήλωση του Αντώνη Βαγιάνου
«Με έκπληξη και εύλογο προβληματισμό πληροφορούμαστε την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ΑΑΔΕ κατά της υπ’ αριθ. 411/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε παράνομη και καταχρηστική η καθαίρεση της Π. Τυχεροπούλου και διατάχθηκε η επανατοποθέτησή της στη θέση της Διευθύντριας Εσωτερικού Ελέγχου.
Και ρωτάμε: Τι ακριβώς υπερασπίζεται ο Διοικητής της ΑΑΔΕ προσβάλλοντας την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου; Υπερασπίζεται τις ενέργειες της Διοίκησης του πρώην Προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ, κ. Μπαμπασίδη εναντίον της Π. Τυχεροπούλου; Υπερασπίζεται την κρίση του περί υποτιθέμενης «υπηρεσιακής ανεπάρκειάς» της; Υπερασπίζεται την καθαίρεσή της και τη στοχοποίησή της, παρά τις άριστες αξιολογήσεις της, χωρίς καμία πειθαρχική έρευνα και παρά τη συνδρομή της στις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας; Και αν πράγματι υπερασπίζεται όλα αυτά, για ποιο λόγο δεν επιφυλάσσει την ίδια μεταχείριση για τα στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ που διατηρεί στις θέσεις τους, παρότι αναφέρονται ως ερευνώμενα σε δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και πληροφορίες της επίορκης δράσης τους έχουν κατακλύσει τη δημόσια σφαίρα;
Όλοι κρίνονται και οφείλουν να ενεργούν με γνώμονα τη δικαιοσύνη και την αμεροληψία. Ωστόσο, η στάση του κ. Πιτσιλή δημιουργεί εύλογα την εικόνα εφαρμογής διαφορετικών μέτρων και σταθμών: αφενός, ανοχή και θεσμική προστασία σε πρόσωπα για τα οποία έχουν δημοσίως διατυπωθεί υπόνοιες επίορκης και παράνομης συμπεριφοράς και, αφετέρου, πλήρης αποστέρηση κάθε εγγύησης για την Π. Τυχεροπούλου, η οποία, χωρίς καμία προηγούμενη πειθαρχική ή ποινική εμπλοκή, απομακρύνθηκε από τη θέση της και παραμένει εκτοπισμένη εκτός νέου ΟΠΕΚΕΠΕ χωρίς ελεγκτικές αρμοδιότητες.
Η επίδικη απόφαση καθαίρεσης της Π. Τυχεροπούλου, την οποία ακόμη και σήμερα εφαρμόζει εν τοις πράγμασι ο κ. Πιτσιλής, δεν ερείδεται σε καμία προηγούμενη πειθαρχική διαδικασία ούτε φυσικά σε κάποια δικαστική απόφαση. Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε δικαστικά, αποτέλεσε πράξη προδήλως εκδικητική, στρεφόμενη κατά μιας υπαλλήλου που επιτελούσε τα καθήκοντά της, μεταξύ άλλων συνεργαζόμενη με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Είναι δε ενδεικτικό του μεγέθους της κακοπιστίας ότι ως λόγος καθαίρεσης αναφέρεται ακόμη και η «δικαιολογημένη απουσία» της λόγω αυτής ακριβώς της συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Είναι άραγε υπερασπίσιμα όλα αυτά;
Αν η Διοίκηση της ΑΑΔΕ θεωρεί ότι δε δύναται, λόγω του τεκμηρίου της αθωότητας, να λάβει πειθαρχικά μέτρα εναντίον στελεχών που φέρονται εμπλεκόμενα στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και παραμένουν στις θέσεις Προϊσταμένων Διευθύνσεων ή Τμημάτων, πως είναι δυνατόν να θεωρεί εύλογη και θεμιτή διοικητική πρακτική την καθαίρεση της Π. Τυχεροπούλου χωρίς καμία απολύτως αντικειμενική ένδειξη παρανομίας και χωρίς καν προηγούμενη πειθαρχική ή δικαστική δίωξη; Πως είναι δυνατόν οι θεσμικές εγγυήσεις να ισχύουν επιλεκτικά για ορισμένους και να παρακάμπτονται στην περίπτωση της Π. Τυχεροπούλου, η οποία δυστυχώς παραμένει στοχοποιημένη ακόμη και σήμερα παρά την πολυδιαφημισμένη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ;
Σε σχέση με τη μεταχείριση που επιφυλάσσει η ΑΑΔΕ στην Π. Τυχεροπούλου, θα πρέπει να λεχθούν και τα κάτωθι:
Στις 31.3.2026, ταυτόχρονα με την κοινοποίηση της απόφασης που δικαίωνε την Π. Τυχεροπούλου, απευθύναμε, σε θεσμικό και απολύτως συναινετικό τόνο, αίτημα συνάντησης προς τον Διοικητή κ. Πιτσιλή και τον αρμόδιο Προϊστάμενο κ. Καββαδά, με αποκλειστικό σκοπό την εξεύρεση λύσης και την ομαλή συμμόρφωση προς τη δικαστική κρίση.
Ως απάντηση εισπράξαμε σιωπή. Όχι μόνο δεν ορίστηκε συνάντηση, αλλά επί εβδομάδες η ΑΑΔΕ αρνούνταν ακόμη και να μας χορηγήσει αριθμό πρωτοκόλλου για το αίτημά μας. Τελικώς, κατόπιν επανειλημμένων οχλήσεων, στις 27.4.2026, ταυτόχρονα με την απόρριψη του αιτήματός μας για συνάντηση την οποία το Γραφείο του Διοικητή της ΑΑΔΕ «δεν κρίνει σκόπιμη», ενημερωθήκαμε ότι το από 31.3.2026 αίτημά μας έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου με ημερομηνία… 22.4.2026, δηλαδή 22 ημέρες μετά τη λήψη του.
Η Π. Τυχεροπούλου, όπως προκύπτει, δεν δικαιούται, κατά την αντίληψη της Διοίκησης, καν τα στοιχειώδη: καμία ακρόαση, καμία θεσμική αντιμετώπιση, ούτε καν την τυπική διοικητική καταγραφή του αιτήματός της χωρίς επίμονη διεκδίκηση. Η διαφοροποίηση αυτή σε σχέση με τη μεταχείριση άλλων στελεχών δεν μπορεί παρά να γεννά σοβαρά ερωτήματα για την ίση μεταχείριση και την αμεροληψία της Διοίκησης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η άσκηση έφεσης δεν εκλαμβάνεται ως άσκηση θεμιτού ένδικου μέσου, αλλά ως επιλογή συνέχισης μιας προδήλως άδικης και ήδη δικαστικά αποδοκιμασθείσας διοικητικής πρακτικής. Η Διοίκηση της ΑΑΔΕ φαίνεται να επιλέγει, αντί της αποκατάστασης της νομιμότητας, την εξακολούθηση και τη θεσμική κάλυψη πράξεων της προηγούμενης ερευνώμενης διοίκησης.
Η Π. Τυχεροπούλου θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τα δικαιώματά της με όλα τα νόμιμα μέσα. Και η Δικαιοσύνη, όπως ήδη απέδειξε, παραμένει ο τελικός κριτής όλων.
Αθήνα, 4 Μαΐου 2026».
Ειδήσεις Σήμερα
- Επίδομα παιδιού Α21: Ανοιχτές οι αιτήσεις – Πότε λήγει η προθεσμία και πότε πληρώνεται η δόση
- Ντάισελμπλουμ-Βαρουφάκης: Οι αποκαλύψεις «φωτιά» για το 2015: Η απόλυση των 300 και το «άδειασμα» Τσίπρα
- Μητσοτάκης για Marfin: Χρέος μας είναι να μην ξεχάσουμε – Να αντισταθούμε σε όσους επιχειρούν να ναρκοθετήσουν και πάλι την ομαλότητα

