Με νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης, που ενσωματώνει κοινοτική οδηγία για την καταναλωτική πίστη και αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή σύντομα, θεσμοθετείται ότι το συνολικό κόστος ενός δανείου που περιλαμβάνει τόκους, προμήθειες και λοιπές επιβαρύνσεις δεν θα μπορεί να ξεπερνά το 30%-50% του αρχικού δανείου. Μπαίνουν αυστηρότεροι όροι στην αγορά και τέλος στα «ψιλά γράμματα» των συμβάσεων. Ομως τι σημαίνει αυτό στην πράξη για κάποιον που έχει ή θα λάβει ένα καταναλωτικό δάνειο και γιατί η κυβέρνηση θεωρεί ότι χρειάζεται ένας τέτοιος περιορισμός;
Παραδείγματα
Το πλαφόν που έρχεται (30% έως 50%) επί του αρχικού ποσού, έχει στόχο να βάλει στοπ στις καταστροφικές υπερχρεώσεις. Παράδειγμα, κάποιος που πήρε δάνειο 20.000 ευρώ για την αγορά οχήματος. Αν το πλαφόν υπολογιστεί στο 40%, τότε στο τέλος της περιόδου αποπληρωμής ο πιστωτής δεν μπορεί να του έχει ζητήσει περισσότερα από 28.000 ευρώ, μαζί με τόκους, έξοδα δανείου και διάφορες προμήθειες. Αν κάποιος αγόρασε ένα κινητό με 1.000 ευρώ, δεν θα μπορεί να χρεωθεί περισσότερο από 1.400 ευρώ για την αποπληρωμή και κάποιος που έχει δανειστεί 35.000 ευρώ για την ανακαίνιση της κατοικίας του θα απαγορεύεται η συνολική του επιβάρυνση για την αποπληρωμή να ξεπεράσει τα 49.000 ευρώ.
Το «κλείδωμα» της υπερχρέωσης είναι σημαντικό, καθώς για ένα τοκοχρεωλυτικό δάνειο με κλειδωμένο σταθερό επιτόκιο η αγορά προσφέρει επιτόκια από 9,5% έως 14,5%. Προσοχή ότι τα υψηλά επιτόκια είναι για τα δάνεια περίπου έως 30.000-35.000 ευρώ. Για μεγαλύτερα ποσά οι τράπεζες ζητούν εξασφαλίσεις, όπως μετρητά ως «ενέχυρο» (collateral) ή εμπράγματη εξασφάλιση με προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα ποσά είναι μεγαλύτερα, αλλά τα επιτόκια πέφτουν σημαντικά έως και το 2,5%, οπότε η συνολική επιβάρυνση δεν θα έφτανε στα επίπεδα του πλαφόν.
Ο χρόνος κοστίζει
Το πρόβλημα είναι τα δάνεια που έχουν μεγάλη διάρκεια και οι τόκοι… ξεφεύγουν. Σε σημερινούς όρους αγοράς, τα περισσότερα πολύ μικρά δάνεια έχουν και μικρούς χρόνους αποπληρωμής. Παράδειγμα, δάνειο 1.000 ευρώ αποπληρώνεται σε 12 ή 24 μήνες που σημαίνει ότι ακόμα και με τα υψηλά επιτόκια των καταναλωτικών (13%-14,5%) η τελική επιβάρυνση δεν φτάνει στα όρια του πλαφόν. Οταν, όμως, ανεβαίνουν τα ποσά, τότε αυξάνεται και ο χρόνος αποπληρωμής, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και το σύνολο των τόκων, άρα το συνολικό κόστος χρηματοδότησης. Παράδειγμα, για δάνειο 10.000 ευρώ με επιτόκιο 14,5% και αποπληρωμή σε 7 έτη η συνολική επιβάρυνση (τόκοι, κόστος εξέτασης αίτησης, λοιπά έξοδα) είναι 6.256,44 ευρώ ή το 62,56% του αρχικού ποσού. Αυτό σημαίνει με την εφαρμογή πλαφόν από 30% έως 50%, η επιβάρυνση θα μειωνόταν σε 3.000-5.000 ευρώ. Ο δανειολήπτης θα κέρδιζε από 3.256,44 έως 1.256,44 ευρώ, ανάλογα με το ύψος του πλαφόν.
Σε παράδειγμα καταναλωτικού ύψους 30.000 ευρώ (π.χ. αγορά Ι.Χ.) με επιτόκιο 14,5% και αποπληρωμή σε 7 έτη (84 μήνες) η μηνιαία δόση θα είναι 580,59 ευρώ και οι συνολικοί τόκοι 18.769,31 ευρώ. Ο δανειολήπτης θα κληθεί να επιστρέψει στην τράπεζα συνολικά 48.769,31 ευρώ. Η πραγματική επιβάρυνση θα είναι 62,56%. Εδώ η επιβάρυνση ξεπερνά το όριο του 30%-50%, οπότε με την εφαρμογή του πλαφόν, η επιβάρυνση θα μειωνόταν στα όρια των 9.000 € (30%) έως 15.000€ (50%).
Ποιες συμβάσεις πίστωσης αφορά
Οι νέοι κανόνες έρχονται για τις συμβάσεις πίστωσης που δεν απαιτούν εμπράγματη εξασφάλιση, όπως τα καταναλωτικά και οι πιστωτικές κάρτες (ανοιχτό δάνειο), οι διάφορες εμπορικές πιστώσεις, οι πληρωμές τύπου «αγόρασε τώρα, πλήρωσε αργότερα» (Buy Now-Pay Later), τα Leasing και τα επισκευαστικά δάνεια.
Μικρά και διαχειρίσιμα χρέη μπορεί να γίνουν μεγάλα
Ενα μικρό καταναλωτικό ή οι αγορές με πιστωτική μπορεί τις περισσότερες φορές να αφορούν σε «μικρά ποσά», όμως ο τρόπος που γίνονται και αθροίζονται οι διάφορες χρεώσεις και τα υψηλά επιτόκια μπορούν να αυξήσουν γρήγορα το ποσό της οφειλής, ειδικά αν ο δανειολήπτης δεν πληρώνει τις δόσεις στην ώρα τους. Μικρά και διαχειρίσιμα χρέη μπορεί να γίνουν μεγάλα και οι πιστωτές να προχωρήσουν σε μέτρα αναγκαστικής είσπραξης (κατασχέσεις, πλειστηριασμούς). Χαρακτηριστικό παράδειγμα εύκολης υπερχρέωσης είναι οι πιστωτικές κάρτες. Για αγορές το επιτόκιο είναι ήδη υψηλό και αυτή την περίοδο προσφέρονται κάρτες με επιτόκιο από 13,75% έως και 19,29%. Για μετρητά είναι κοντά στο 20,4%. Ακόμα χειρότερα, αυτά ισχύουν μόνο για πληρωμές στην ώρα τους. Αν ο κάτοχος δεν πληρώσει ούτε την ελάχιστη καταβολή, τότε το ποσό επιβαρύνεται με το επιτόκιο καθυστέρησης, το οποίο μπορεί να ξεπεράσει το 20-22% ετησίως. Οσο η οφειλή μένει απλήρωτη, συνεχίζει να επιβαρύνεται με επιτόκιο και το συνολικό ποσό που θα πρέπει να πληρωθεί για την οριστική εξόφληση αυξάνεται μήνα με τον μήνα. Εδώ είναι που το «πλαφόν» μπορεί να κάνει τη διαφορά και ανάλογα με το πού θα οριστεί, μπορεί να μειώσει το τελικό ποσό σε 1.300 έως 1.500 ευρώ.
Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ «ΠΛΑΦΟΝ» ΣΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ
| ΠΟΣΟ ΔΑΝΕΙΟΥ | ΕΠΙΤΟΚΙΟ | ΔΙΑΡΚΕΙΑ | ΣΥΝΟΛΟ ΤΟΚΩΝ | ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗΣ | ΜΕ ΠΛΑΦΟΝ 30% – 50% |
| 1.000€ | 13,00% | 1 έτος | 147,78€ | 14,78% | 147,78€ |
| 3.000€ | 13,00% | 6 έτη | 1.404,71€ | 46,82% | 900€ – 1.404,71€ |
| 5.000€ | 13,00% | 6 έτη | 2.778,29€ | 55,57% | 1.500€ – 2.500€ |
| 10.000€ | 14,5% | 7 έτη | 6.256,44€ | 62,56% | 3.000€ – 5.000€ |
| 30.000€ | 14,5% | 7 έτη | 18.769,31€ | 62,56% | 9.000€ – 15.000€ |
ΣΥΝΟΛΟ ΝΕΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ (ΤΟΚΟΧΡΕΩΛΥΤΙΚΩΝ)
| ΕΤΟΣ | ΣΥΝΟΛΟ ΝΕΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ (ΕΚΑΤ. ΕΥΡΩ) | ΕΤΗΣΙΑ ΜΕΤΑΒΟΛΗ |
| 2025 | 1.933 | +11,22% |
| 2024 | 1.738 | +34,42% |
| 2023 | 1.293 | +9,48% |
| 2022 | 1.181 | +16,58% |
| 2021 | 1.013 | +21,03% |
| 2020 | 837 | – |
Πηγή: ΤτΕ
ΤΙ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ
Οι 6 βασικές αλλαγές
Σειρά από αλλαγές προς όφελος των καταναλωτών σε σχέση με τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων έως 100.000 ευρώ χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις, καθώς και συμβάσεις που αφορούν σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες από απόσταση φέρνει νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης, το οποίο αναμένεται να κατατεθεί προσεχώς στη Βουλή. Οι 6 βασικές αλλαγές είναι οι εξής:
1 Θεσπίζεται πλαφόν στο συνολικό ποσό που καλείται να αποπληρώσει ο δανειολήπτης, το οποίο εκτιμάται ότι θα κυμαίνεται μεταξύ 30% και 50% πάνω από το αρχικό κεφάλαιο. Το ακριβές ποσοστό θα καθοριστεί με απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης, κατόπιν γνώμης της ΤτΕ. Με όριο 30%, για παράδειγμα, αν ο καταναλωτής δανειστεί 1.000 ευρώ, το πιστωτικό ίδρυμα θα μπορεί να εισπράξει έως 1.300 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων εξόδων, τόκων κ.λπ.).
2 Εισάγεται το ψηφιακό «κουμπί υπαναχώρησης», μέσω του οποίου ο καταναλωτής θα μπορεί να ασκεί ευκολότερα αυτό το δικαίωμα απευθείας από την ιστοσελίδα όπου θα είναι διαθέσιμα τα στοιχεία της σύμβασης.
3 Προβλέπεται σαφής και αναλυτική προσυμβατική ενημέρωση, με τη χρήση πληρέστερου τυποποιημένου εντύπου, που θα παρουσιάζει τους βασικούς όρους και τις υποχρεώσεις του δανείου. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις υπηρεσίες «Buy Now-Pay Later» (BNPL), οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα άτοκου διακανονισμού πληρωμών, συνήθως μέσω συνεργασιών με εμπορικά καταστήματα. Αν και η χρήση τους δεν δημιουργεί πρόβλημα όταν οι οφειλές εξοφλούνται εμπρόθεσμα, σε περίπτωση καθυστερήσεων μπορεί να προκύψουν υψηλές επιβαρύνσεις, οδηγώντας σε υπερχρέωση.
4 Προβλέπεται μηχανισμός παρακολούθησης και καθοδήγησης των καταναλωτών, με στόχο την παροχή συμβουλών για την αποφυγή υπερχρέωσης.
5 Επιχειρείται ο περιορισμός των λεγόμενων «dark patterns», δηλαδή πρακτικών που αποσκοπούν στη χειραγώγηση ή παραπλάνηση των χρηστών. Τέτοιες πρακτικές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πιεστικά μηνύματα περιορισμένου χρόνου («η προσφορά ισχύει μόνο για την επόμενη ώρα») ή αυτόματες χρεώσεις μετά από δωρεάν δοκιμαστική περίοδο, οι οποίες δεν επισημαίνονται με σαφήνεια. Σκοπός είναι η απόφαση του καταναλωτή να συνάψει σύμβαση να λαμβάνεται ελεύθερα, χωρίς να ασκείται πίεση.
6 Λαμβάνεται ειδική μέριμνα για τους πρώην καρκινοπαθείς, οι οποίοι συχνά αντιμετωπίζουν δυσμενή μεταχείριση κατά τη σύναψη δανειακών ή ασφαλιστικών συμβάσεων λόγω του ιατρικού ιστορικού τους. Με το νέο πλαίσιο, τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρίες δεν θα μπορούν να λαμβάνουν υπόψη δεδομένα υγείας πέραν συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος που θα καθοριστεί. Ενδεικτικά, εάν οριστεί όριο δεκαετίας, άτομο που ολοκλήρωσε τη θεραπεία του το 2015 και αιτείται δάνειο το 2026 δεν θα αξιολογείται με βάση το παλαιό ογκολογικό ιστορικό του.

