Μάλιστα, οι ειδικοί -οι οποίοι παρουσίασαν και σχετικό χάρτη- ξεκαθαρίζουν ότι ο αριθμός των καταγραφών δεν αντιστοιχεί στον αριθμό των ατόμων, αλλά αποτυπώνει τη συστηματική χρήση του χώρου από τα άγρια ζώα. Το εντυπωσιακό ερευνητικό υλικό, το οποίο φέρνει στο φως της δημοσιότητας ο ζωολόγος και υποψήφιος διδάκτορας του ΑΠΘ, Θεόδωρος Κομηνός, αποδεικνύει περίτρανα ότι η εμφάνιση της καφέ αρκούδας στην ευρύτερη πεδινή, ημιορεινή, αγροτική, αλλά κυρίως στην αστική και περιαστική ζώνη της Καστοριάς, δεν αποτελεί πλέον ένα περιστασιακό φαινόμενο, αλλά μια καθημερινή, παγιωμένη πραγματικότητα.
Η συστηματική επιστημονική έρευνα πεδίου κάλυψε μια περίοδο σχεδόν 3,5 ετών, από τον Φεβρουάριο του 2023 έως τις αρχές Ιουνίου του 2026. Οι 836 συγκεκριμένες καταγραφές που περιλαμβάνονται στον χάρτη ταξινομούνται, σύμφωνα με τη διεθνή μεθοδολογία, ως δεδομένα κατηγορίας C1 (hard evidence). Αυτό σημαίνει ότι αποτελούν αδιαμφισβήτητες, επιστημονικά τεκμηριωμένες αποδείξεις παρουσίας, καθώς προέρχονται αποκλειστικά από σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, όπως αυτόματα καταγραφικά (camera traps), drones εξοπλισμένα με θερμικές κάμερες, θερμικές κάμερες χειρός (scope), καθώς και από άμεσες οπτικές παρατηρήσεις. Μάλιστα, οι επιστήμονες διευκρινίζουν ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούν μόνο ένα μέρος του συνολικού υλικού που διαθέτουν, καθώς η έρευνα συνεχίζεται. Για την υλοποίηση αυτού του απαιτητικού εγχειρήματος, ο Θεόδωρος Κομηνός συνεργάστηκε στενά με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, έναν άνθρωπο που ζει και δραστηριοποιείται επί σειρά ετών στην περιοχή της Καστοριάς, γνωρίζοντας άριστα το πεδίο. Οι δύο ερευνητές τοποθέτησαν αυτόματα καταγραφικά σε σχεδόν 500 διαφορετικά σημεία. Παράλληλα, κατάφεραν να συγκεντρώσουν περισσότερες από 2.500 καταγραφές βιοδηλωτικών ενδείξεων, όπως ίχνη και περιττώματα, ενώ συνέλεξαν πολύτιμα δεδομένα για νεκρές ή τραυματισμένες αρκούδες από τροχαία ατυχήματα, καθώς και για περιστατικά ζημιών στην τοπική κτηνοτροφία και σε οπωροφόρα δέντρα. Αξιοσημείωτο πολιτικό και κοινωνικό στοιχείο της προσπάθειας αυτής είναι ότι η έρευνα δεν έλαβε καμία οικονομική ενίσχυση από ευρωπαϊκά, εθνικά ή άλλα ερευνητικά προγράμματα. Πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου με ιδίους πόρους, προσωπική εργασία και πολυετή, επίμονη προσπάθεια στο πεδίο.

Η επιστημονική αξία του έργου έγκειται στο ότι αποκαλύπτει χωρικά και χρονικά πρότυπα, διαδρόμους μετακίνησης και εποχικές μεταβολές, δείχνοντας πώς κινούνται τόσο τα ίδια άτομα, όσο και ορισμένοι εποχικοί «επισκέπτες». Η κατανόηση των προτύπων στα ανθρωπογενή τοπία είναι καθοριστική για την αξιολόγηση του κινδύνου, την πρόληψη και τη διαμόρφωση στρατηγικών διαχείρισης, ώστε η συζήτηση να γίνεται με πραγματικά στοιχεία και όχι με αυθαίρετες εντυπώσεις. «Οι 836 καταγραφές δεν αντιστοιχούν στον αριθμό των ατόμων. Η εκτίμηση του πληθυσμού της καφέ αρκούδας αποτελεί μια ιδιαίτερα σύνθετη και δαπανηρή επιστημονική διαδικασία, η οποία απαιτεί πολυετή έρευνα και εξειδικευμένες μεθόδους. Ακόμη και τότε, όμως, η ακριβής αποτύπωση του πληθυσμού σε μια περιοχή όπως η Καστοριά παραμένει δύσκολη, λόγω των συνεχών μετακινήσεων ατόμων από και προς τους γειτονικούς ορεινούς πληθυσμούς, της θνησιμότητας, της ανθρώπινης πίεσης και άλλων οικολογικών παραγόντων. Για παράδειγμα, όπως φαίνεται στον χάρτη, υπάρχει συχνή παρουσία αρκούδας στα χωριά Πολυκάρπη και Μαυροχώρι. Πρόκειται για μία αρσενική αρκούδα που ερχόταν πέρσι, σχεδόν κάθε βράδυ, για να φάει από τις κερασιές και τα καλαμπόκια. Το πρόβλημα είναι όταν έχει μπει πια το ζώο μέσα στον κατοικημένο ιστό. Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, προτείνουμε τη συγκρότηση μιας ειδικής ομάδας πρόληψης, η οποία θα περιπολεί σε 24ωρη βάση, θα παρακολουθεί την κατάσταση σε πραγματικό χρόνο και θα δρα προληπτικά, ώστε να εντοπίζει και να απωθεί τα ζώα προτού αυτά καταφέρουν να εισέλθουν στο αστικό κομμάτι», δήλωσε στο ΑΜΠΕ ο κ. Κομηνός.