Από χθες επιβλήθηκε ο παγκόσμιος δασμός του 10%, ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ απέρριψε την αίτηση για έφεση από τις αμερικανικές αρχές κατά της απορριπτικής απόφασης του πρώτου κύματος «παγκόσμιων δασμών». Την ίδια ώρα, πληροφορίες από την Ουάσιγκτον θέλουν το επιτελείο του Αμερικανού προέδρου να εργάζεται σε ένα υψηλότερο παγκόσμιο δασμό της τάξης του 15%, ο οποίος θα επιβληθεί και στην Ευρώπη που καταβάλλει σήμερα 10%.
Η συμφωνία
Μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ και τη θέση του προέδρου Τραμπ ότι θα επιμείνει στο καθεστώς των παγκόσμιών δασμών, οι Βρυξέλλες διαμήνυσαν ότι η Ευρώπη δεν θα δεχθεί οποιαδήποτε αλλαγή στη συμφωνία για τους δασμούς που έγινε τον περασμένο Ιούλιο, μεταξύ της προέδρου του Commission, Ούρσουλα Φον Ντερ Λάϊεν, και του Προέδρου Τραμπ. Η συμφωνία, εκτός από την επιβολή δασμών χωρίς αντίμετρα εκ μέρους της Ευρώπης, περιλάμβανε και δεσμεύσεις για επενδύσεις 600 δισ. ευρώ στις ΗΠΑ και την αγορά φυσικού αερίου 700 δισ. ευρώ.
Λόγω της εξαιρετικά ευνοϊκής για τις ΗΠΑ συμφωνίας (η οποία έγινε για να σταματήσει ο εμπορικός πόλεμος) και της πιθανότητας αυτής να γίνει πιο επαχθής για την Ευρώπη, οι πλέον εξαγωγικές χώρες της Ευρώπης, με πρώτες τη Γερμανία και τη Γαλλία μιλούν πλέον για αντίμετρά κατά των ΗΠΑ ,αν αλλάξει η συμφωνία. Πλέον, αυτή τη θέση στηρίζει και η πρωτοβουλία των έξι μεγαλύτερων οικονομιών της Ε.Ε. (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία και Πολωνία), η οποία εκτός από την προώθηση μεταρρυθμίσεων, συστάθηκε και για να παίξει ένα ρόλο άτυπου διευθυντηρίου για την Ε.Ε.
Προς το παρόν, παρά την επιθετική ρητορική της Ουάσιγκτον, ανώτεροι αξιωματούχοι των ΗΠΑ έσπευσαν να καθησυχάσουν, διευκρινίζοντας ότι οι υφιστάμενες εμπορικές ρυθμίσεις με βασικούς εταίρους -μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα- παραμένουν σε ισχύ. Ωστόσο, η αγορά διαβάζει την αύξηση του γενικού δασμού ως σαφές σήμα ότι ο Λευκός Οίκος είναι διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει εκ νέου το εμπόριο ως εργαλείο πίεσης.
Ευρωπαϊκό μπαζούκα
Παρόλα αυτά στο παρασκήνιο, ενώ όλοι περιμένουν να δουν πώς θα εφαρμοστεί ο νέος παγκόσμιος δασμός, στην Ε.Ε. μιλούν πλέον ανοιχτά για αντίμετρα (με τη μορφή ανταποδοτικών δασμών), αν αλλάξει σε οτιδήποτε η συμφωνία. Μάλιστα, δεν αποκλείουν και την εφαρμογή του λεγόμενου Μέσου Καταστολής Καταναγκασμού της Ε.Ε. (Anti-Coercion Instrument – ACI). Το μέτρο που θεσπίστηκε το 2023 και αφορά την αντιμετώπιση καταναγκαστικών μέτρων (όπως οι μονομερείς δασμοί Τραμπ). Το εργαλείο αυτό, επιτρέπει στην Ε.Ε. να πλήξει καίρια τις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρίες και άλλους στρατηγικούς κλάδους μέσω:
* Εξαγωγικών ελέγχων σε κρίσιμα εξαρτήματα προς τις ΗΠΑ. Παράλληλα, θα μπορεί να διακόπτει για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα εισαγωγές προς την Ε.Ε. για συγκεκριμένα αμερικανικά προϊόντα.
* Αποκλεισμού αμερικανικών επιχειρήσεων από δημόσιους διαγωνισμούς της Ενωσης και άρα αποκλεισμό αμερικανικών επενδύσεων.
* Επιβολής δασμών στις υπηρεσίες και τα ψηφιακά προϊόντα όπως οι αμερικανικές εταιρίες πληροφορικής και οι μηχανές αναζήτησης και άλλες μορφές διασκέδασης που έχουν δημιουργήσει.
Στο τραπέζι
Παράλληλα, βρίσκεται σε ετοιμότητα ένα πακέτο ανταποδοτικών δασμών ύψους άνω των 90 δισεκατομμυρίων ευρώ που θα στοχεύσει εμβληματικά αμερικανικά προϊόντα, επαναφέροντας τη στρατηγική των «στοχευμένων αντιποίνων» σε μεγαλύτερη κλίμακα από ποτέ.
Με ποιον τρόπο θα επηρεαστεί η Ελλάδα
Η Ελλάδα, απέναντι σε αυτό το νέο κύμα της αβεβαιότητας έχει να ανησυχεί για τις έμμεσες συνέπειες της σύγκρουσης, αν τελικά αυτή προκύψει. Η Ελλάδα έχει να χάσει αν ο εμπορικός πόλεμος μειώσει το ρυθμό ανάπτυξης της Ε.Ε., κάτι που θα επηρεάσει τις εξαγωγές αγαθών αλλά και τον τουρισμό. Μια δεύτερη ανησυχία, αφορά τις επενδύσεις, οι οποίες αναμένεται να ξεπεράσουν φέτος τα 45 δισ. ευρώ. Από αυτές τα 16,7 δισ. ευρώ, θα είναι δημόσιες επενδύσεις και περίπου 28 δισ. ευρώ θα είναι ιδιωτικές και μάλιστα εκτός των αναπτυξιακών πρωτοβουλιών της Ε.Ε. Αν υπάρξει ένα κύμα αβεβαιότητας, ανάλογο αυτό της περασμένης άνοιξης, τότε κάποιες επενδύσεις θα αναβληθούν.

