Η κλιματική κρίση, οι δεσμεύσεις για μείωση των εκπομπών και η ανάγκη για ένα πιο ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα οδηγούν σε βαθιές αλλαγές που επηρεάζουν την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση ενέργειας.
Η Ελλάδα επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να επιταχύνει την πράσινη μετάβαση, δηλαδή τη σταδιακή αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων από καθαρές μορφές ενέργειας. Η διαδικασία αυτή δεν αφορά μόνο την ηλεκτροπαραγωγή, αλλά επεκτείνεται στις μεταφορές, στη βιομηχανία, στα κτίρια και συνολικά στον τρόπο με τον οποίο η οικονομία καταναλώνει ενέργεια. Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί πολυδιάστατη διαδικασία που συνδέεται άμεσα με την προστασία του περιβάλλοντος, την οικονομική ανάπτυξη και την ενεργειακή ασφάλεια.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο
Η ενεργειακή μετάβαση της Ελλάδας εντάσσεται στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα. Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει θέσει ως βασικό στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία αποτελεί το βασικό στρατηγικό σχέδιο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, η Ευρώπη επιδιώκει να μειώσει δραστικά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, να αυξήσει τη χρήση καθαρών μορφών ενέργειας και να μετασχηματίσει τις ενεργειακές υποδομές. Η δέσμη πολιτικών Fit for 55 προβλέπει τη μείωση των εκπομπών κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, επηρεάζοντας άμεσα τον ενεργειακό σχεδιασμό των κρατών-μελών.
Η απολιγνιτοποίηση
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που έχουν σημειωθεί στον ελληνικό ενεργειακό τομέα είναι η σταδιακή απολιγνιτοποίηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Για πολλές δεκαετίες ο λιγνίτης αποτελούσε τον βασικό πυλώνα της ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα, συμβάλλοντας στην ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας και στη δημιουργία ισχυρής βιομηχανικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα στη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη.
Ωστόσο, οι υψηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και οι αυστηρότερες ευρωπαϊκές περιβαλλοντικές πολιτικές οδήγησαν στη σταδιακή απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων. Τα τελευταία χρόνια η συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό μίγμα έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ νέες μορφές ενέργειας αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.
Η δίκαιη μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών
Οι περιοχές που για δεκαετίες φιλοξενούσαν λιγνιτικές δραστηριότητες βρίσκονται πλέον σε φάση οικονομικής και παραγωγικής μετάβασης. Στο πλαίσιο της λεγόμενης δίκαιης μετάβασης υλοποιούνται προγράμματα που στοχεύουν στην ανάπτυξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων, στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην εγκατάσταση έργων ΑΠΕ.
Η Δυτική Μακεδονία και η Μεγαλόπολη μετατρέπονται σταδιακά σε νέους ενεργειακούς κόμβους καθαρής ενέργειας, καθώς στις εκτάσεις των παλιών λιγνιτωρυχείων αναπτύσσονται μεγάλα έργα ΑΠΕ και νέες ενεργειακές υποδομές

Ο ρόλος της ΔΕΗ στον ενεργειακό μετασχηματισμό
Κεντρικό ρόλο στη διαδικασία αυτή διαδραματίζει η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), η οποία τα τελευταία χρόνια υλοποιεί εκτεταμένο πρόγραμμα μετασχηματισμού και επενδύσεων στις καθαρές μορφές ενέργειας. Η εταιρία προχωρά σε σημαντικές επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, επιδιώκοντας να αυξήσει σημαντικά την εγκατεστημένη ισχύ από ΑΠΕ τα επόμενα χρόνια. Στο επίκεντρο των επενδύσεων βρίσκονται κυρίως οι πρώην λιγνιτικές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης.
Μεταξύ των σημαντικότερων έργων περιλαμβάνεται το μεγάλο φωτοβολταϊκό πάρκο ισχύος περίπου 550 MW στην Πτολεμαΐδα, καθώς και ένα ευρύτερο σύμπλεγμα φωτοβολταϊκών έργων στη Δυτική Μακεδονία συνολικής ισχύος που αναμένεται να ξεπεράσει τα 2 GW.
Παράλληλα, η ΔΕΗ αναπτύσσει νέα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στη Μεγαλόπολη, αξιοποιώντας τις εκτάσεις των παλαιών ορυχείων. Σημαντική είναι επίσης η συνεργασία της εταιρίας με τον γερμανικό ενεργειακό όμιλο RWE, μέσω της οποίας προωθείται χαρτοφυλάκιο φωτοβολταϊκών έργων περίπου 940 MW σε πρώην λιγνιτικές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας.
Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο σχέδιο μετασχηματισμού της ΔΕΗ σε έναν σύγχρονο ενεργειακό όμιλο με ισχυρή παρουσία στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Το νέο ενεργειακό μίγμα
Καθώς η Ελλάδα απομακρύνεται σταδιακά από τον λιγνίτη, το ενεργειακό μίγμα της χώρας μεταβάλλεται σημαντικά. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καλύπτουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτροπαραγωγής. Η ανάπτυξη αιολικών και φωτοβολταϊκών έργων έχει αυξηθεί αισθητά την τελευταία δεκαετία, αξιοποιώντας τις ευνοϊκές φυσικές συνθήκες της χώρας. Η υψηλή ηλιοφάνεια και το ισχυρό αιολικό δυναμικό δημιουργούν σημαντικές δυνατότητες για την παραγωγή καθαρής ενέργειας. Παράλληλα, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να λειτουργεί ως καύσιμο μετάβασης, συμβάλλοντας στη σταθερότητα του ηλεκτρικού συστήματος όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές παρουσιάζει διακυμάνσεις.
Το ενεργειακό σύστημα της επόμενης δεκαετίας
Οι αλλαγές που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη αναμένεται να διαμορφώσουν ένα διαφορετικό ενεργειακό σύστημα τα επόμενα χρόνια. Η ολοκλήρωση μεγάλων ενεργειακών έργων, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης-Αττικής, η ανάπτυξη νέων μονάδων αποθήκευσης και η επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα πιο ανθεκτικό και ευέλικτο ενεργειακό σύστημα.
Η πράσινη μετάβαση της Ελλάδας δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική αναγκαιότητα. Αποτελεί και στρατηγική επιλογή για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης, την προσέλκυση επενδύσεων και τη βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας.
Η σημασία της αποθήκευσης ενέργειας
Η αυξανόμενη συμμετοχή των ΑΠΕ δημιουργεί νέες προκλήσεις για τη λειτουργία των ηλεκτρικών συστημάτων, καθώς η παραγωγή από τον ήλιο και τον άνεμο εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες. Για τον λόγο αυτό, η ανάπτυξη τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας αποτελεί βασικό στοιχείο της ενεργειακής μετάβασης. Ενα από τα σημαντικότερα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη είναι το αντλησιοταμιευτικό έργο της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή στην Αμφιλοχία, το οποίο συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα έργα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Παράλληλα, αναπτύσσονται σε διάφορες περιοχές της χώρας συστήματα αποθήκευσης με μεγάλες μπαταρίες, τα οποία θα συμβάλουν στη σταθερότητα του ηλεκτρικού συστήματος και στην καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Ηλεκτροκίνηση και ενεργειακή αποδοτικότητα
Η πράσινη μετάβαση δεν αφορά μόνο την παραγωγή ενέργειας αλλά και τον τρόπο κατανάλωσής της. Η ηλεκτροκίνηση αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της νέας ενεργειακής πολιτικής, καθώς συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών από τις μεταφορές και στη σταδιακή απεξάρτηση από τα συμβατικά καύσιμα.
Στην Ελλάδα αναπτύσσεται σταδιακά ένα εκτεταμένο δίκτυο δημόσιων φορτιστών για ηλεκτρικά οχήματα. Σε αυτή τη διαδικασία σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η ΔΕΗ, η οποία μέσω της δραστηριότητας ΔΕΗ blue εγκαθιστά συνεχώς νέους σταθμούς φόρτισης σε αστικά κέντρα, εθνικούς οδικούς άξονες, εμπορικά κέντρα και χώρους στάθμευσης.
Η ανάπτυξη αυτών των υποδομών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ευρύτερη υιοθέτηση της ηλεκτροκίνησης, καθώς διευκολύνει τη φόρτιση των οχημάτων και ενισχύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στη νέα τεχνολογία. Παράλληλα, η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων και η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας αποτελούν βασικό μέρος της στρατηγικής για τη μείωση της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας.
