Ειδικοί όμως υποστηρίζουν πως το κρίσιμο πρόβλημα σπάνια είναι η έλλειψη συναισθήματος και περισσότερο η απουσία μιας απαιτητικής δεξιότητας: της ικανότητας να διαχειρίζεται κανείς τη ρήξη χωρίς βιασύνη για άμεση επιδιόρθωση. Σύμφωνα με ψυχολόγο που μίλησε στο Forbes, η αγάπη δημιουργεί τον δεσμό, αλλά αυτή η δεξιότητα καθορίζει αν ο δεσμός θα αντέξει στην πράξη. Ρήξη θεωρείται κάθε στιγμή που διαταράσσεται η συναισθηματική σύνδεση, ακόμη και προσωρινά — από έναν απότομο τόνο στη φωνή, μια αποτυχημένη προσπάθεια επικοινωνίας ή συναισθηματική απουσία σε κρίσιμη στιγμή μέχρι μια παρεξήγηση που βιώθηκε πιο έντονα από ό,τι είχε πρόθεση ο αποστολέας. Οι περισσότερες ρήξεις δεν είναι θεαματικές αλλά μικρές και συσσωρευτικές. Αυτό που τις κάνει επικίνδυνες δεν είναι το μέγεθός τους αλλά ο τρόπος που το ζευγάρι τις διαχειρίζεται ή αν τις προσπερνά χωρίς επεξεργασία.
Η πρακτική διαχείριση της ρήξης απαιτεί τρεις διακριτές ικανότητες. Πρώτον, παρουσία χωρίς κλιμάκωση ή κατάρρευση: το άτομο μπορεί να νιώθει θυμό, πόνο ή απογοήτευση χωρίς να επιτίθεται ή να αποσύρεται συναισθηματικά. Δεύτερον, ανοχή στον αντίκτυπο χωρίς άμεση άμυνα: αντί να εξηγεί ή να δικαιολογεί αμέσως τις προθέσεις του, αναγνωρίζει πώς βίωσε ο άλλος τη συμπεριφορά του, με την κατανόηση ότι πρόθεση και αποτέλεσμα δεν ταυτίζονται πάντα. Τρίτον, αναβολή της «λύσης» μέχρι να προκύψει ουσιαστική κατανόηση, χωρίς βιαστικές συγγνώμες ή καθησυχασμούς που καλύπτουν επιφανειακά τη ζημιά. Αυτή η στάση συναισθηματικής συγκράτησης είναι δύσκολη στην εφαρμογή, αλλά επιτρέπει στην αναστάτωση να παραμείνει όσο χρειάζεται για να κατανοηθεί και να ενσωματωθεί. Ζευγάρια που αποφεύγουν τη ρήξη συχνά καταλήγουν να λένε «Δεν ξέρω τι άλλαξε. Τον/την αγαπώ, αλλά δεν νιώθω πια κοντά», ενώ εκείνοι που επεξεργάζονται τις ρήξεις βλέπουν ότι ένα γεγονός που τους επηρέασε μπορεί τελικά να λειτουργήσει δημιουργικά. Στην πράξη, συγκεκριμένες τεχνικές όπως η συνειδητή αναπνοή, η σύντομη αναγνώριση του πόνου του άλλου και η ερώτηση «πώς το βίωσες;» διευκολύνουν την παραμονή στην αναστάτωση χωρίς άμυνα. Προϋπόθεση για την εφαρμογή τους είναι η αυτογνωσία και ένα περιβάλλον συναισθηματικής ασφάλειας στη σχέση.
Η βιαστική επίλυση εμφανίζεται συχνά ως ένδειξη ωριμότητας, αλλά στην πράξη συνδέεται με δυσανεξία στη συναισθηματική δυσφορία. Η αβεβαιότητα που δημιουργεί μια ανεπίλυτη ρήξη αποσταθεροποιεί το ανθρώπινο νευρικό σύστημα. Μελέτη του 2019 που δημοσιεύθηκε στο Clinical Psychologist δείχνει ότι άτομα με αυξημένη ευαισθησία σε απειλές μέσα στις σχέσεις δυσκολεύονται να αντέξουν την αίσθηση ότι «δεν ξέρουν πού βρίσκονται». Για αυτά τα άτομα, η εκκρεμότητα βιώνεται ως κίνδυνος και η βιαστική συμφιλίωση λειτουργεί ως τρόπος άμεσης εκτόνωσης του άγχους. Το νευρικό σύστημα ερμηνεύει την αβεβαιότητα ως απειλή και ενεργοποιεί μηχανισμούς αγώνα, φυγής ή αποσύνδεσης. Η κατανόηση αυτού του βιολογικού υποβάθρου εξηγεί γιατί η επεξεργασία μιας ρήξης απαιτεί χρόνο και όχι επιφανειακή συμφιλίωση. Οι ειδικοί τονίζουν τον ρόλο της ανοχής στην αναστάτωση και της συλλογικής επεξεργασίας ως πρακτικών που διατηρούν την εμπιστοσύνη και επιτρέπουν την ωρίμανση των συναισθημάτων χωρίς να ακυρώνουν την εμπειρία του άλλου.
Ειδήσεις Σήμερα
- Δολοφονία στο Αγρίνιο: Την Τετάρτη απολογείται ο καθ’ ομολογίαν δράστης – Νέες λεπτομέρειες για το φονικό
- Μελέτη Schneider Electric: «Η Ευρώπη έχει μια μοναδική ευκαιρία να ηγηθεί της βιώσιμης ανάπτυξης του AI»
- Survivor spoiler: Επαρχιώτες ή Αθηναίοι κερδίζουν τη δεύτερη ασυλία;
- Μεγάλη Χίμαιρα: Η θεατρική Μαρίνα συναντά την τηλεοπτική – Καθοριστικές ανατροπές στο 4ο επεισόδιο