Φυσικά, η πραγματικότητα είναι ότι αυτό ανακοινώθηκε δύο ημέρες πριν, στις 17 Απριλίου, αλλά η διαφορά ώρας με τις ΗΠΑ και η καθυστέρηση στην εκτύπωση των εφημερίδων καθυστέρησαν αρκετά τη δημοσίευση της είδησης. Είμαστε βέβαιοι ότι, αν ζούσε σήμερα ο κορυφαίος μας μουσουργός, όχι μόνο θα αδιαφορούσε γι’ αυτή την επέτειο, αλλά θα έδειχνε δυσαρέσκεια και στην υπενθύμιση της βράβευσης. Στην πράξη όμως, η απονομή του Όσκαρ αποτελεί το δικό μας «άλλοθι», ώστε να θυμηθούμε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 20ού αιώνα για τη χώρα μας.

Ο Μάνος Χατζιδάκις εκείνη την περίοδο έγραφε συχνά τραγούδια για τον κινηματογράφο, κυρίως για βιοποριστικούς λόγους, με το μουσικό του ταλέντο να συνδυάζει μεγάλες εμπορικές επιτυχίες με τον ελάχιστο προσωπικό χρόνο ενασχόλησης, δίνοντας τις περισσότερες φορές τη σύνθεση την τελευταία στιγμή, λίγο πριν εκπνεύσουν οι καταληκτικές ημερομηνίες. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του γνωστού τραγουδιού «Μην τον ρωτάς τον ουρανό», που συνέθεσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο, υπό την πίεση της Τζένης Καρέζη να τελειώνει ώστε να μην χάσει το αεροπλάνο της. Το ίδιο αργοπορημένος ήταν και στην παραγγελία του Ντασσέν, και ο μύθος λέει ότι έγραψε «Τα παιδιά του Πειραιά», μάλλον νευριασμένος από την πίεση του παραγωγού.

Στην Ελλάδα η ταινία κόβει εκείνη τη χρονιά 184.525 εισιτήρια, ερχόμενη τρίτη πίσω από την «Αλίκη στο Ναυτικό» και «Μανταλένα», στα οποία έχει γράψει ο ίδιος τη μουσική. Αντίθετα, σημειώνει μεγάλη επιτυχία στο εξωτερικό, μετατρέποντας την πρωταγωνίστρια Μελίνα Μερκούρη σε διεθνή σταρ, ενώ βάζει το μπουζούκι στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα, ανοίγοντας τον δρόμο για μια σειρά ελληνικών ταινιών που μετέτρεψαν την ελληνική διασκέδαση σε φολκλορική εικόνα.

Τότε, ο Χατζιδάκις αγνοούσε τον εμπορικό δρόμο που άνοιγε, πιστεύοντας ότι ένα εύπεπτο –κατ’ αυτόν– τραγούδι και το μικρό αγαλματίδιο θα αποτελούσαν διαβατήριο μιας διεθνούς καριέρας, αλλά με τους δικούς του όρους. Γι’ αυτό άλλωστε, στην πρώτη του, ίσως, συνέντευξη μετά το Όσκαρ στην εφημερίδα «Εμπρός» στις 22 Απριλίου 1961, δηλώνει ευχαριστημένος με τη βράβευση: «Νιώθω μια απέραντη συγκίνηση για την τιμή που έγινε στα “Παιδιά του Πειραιά”, που παρ’ όλες τις φήμες και τα προγνωστικά δεν περίμενα ότι τελικά θα μου έφερναν το Όσκαρ. Τώρα όμως που η φήμη παραχώρησε τη θέση της στην πραγματικότητα, με ξεχωριστή χαρά μοιράζομαι το βραβείο με την Ελλάδα, αφού έχει αυτό το δικαίωμα τη στιγμή που είμαι κι εγώ ένας Έλληνας. Το Όσκαρ δεν μ’ έχει κάνει ευτυχισμένο, αλλά προσεκτικό. Η καριέρα μου αρχίζει μόλις τώρα. Είμαι βέβαιος ότι θα αντιληφθείτε το νόημα των λόγων μου. Το Όσκαρ δεν είναι μόνο ένα μικρό αγαλματάκι. Είναι μια μεγάλη και βαριά υποχρέωση». Και για όσους πίστευαν ότι έγραψε τους στίχους από προσωπική αγάπη για τον Πειραιά, διευκρίνιζε: «Στον Πειραιά έχω κατέβει τρεις ή τέσσερις φορές κι αυτές τράνζιτ, προκειμένου δηλαδή να πραγματοποιήσω κάποιο ταξίδι. Ούτε ακόμη μου αρέσει να κάνω βόλτες στο λιμάνι».

Παράλληλα, η τότε μεγάλη επιτυχία του τραγουδιού «Υμηττός» οδήγησε πολλούς να κάνουν σενάρια για το μυστικό που έκρυβε το βουνό, ψάχνοντας αυτοβιογραφικά στοιχεία στους στίχους. Κάποιοι μάλιστα υποστήριζαν –μέχρι και πρόσφατα– ότι οι στίχοι αναφέρονταν σε κρυφά ραντεβού του τότε νεαρού διαδόχου Κωνσταντίνου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στον Υμηττό… Ο Χατζιδάκις δεν θα μπορούσε φυσικά να αναφερθεί σ’ αυτές τις φήμες, αλλά στην ίδια συνέντευξή του στον Σταμάτη Φιλιππούλη δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες: «Όσο για τον Υμηττό μόνο από μακριά τον έχω δει, γιατί κάθε άλλο παρά τύπος εκδρομικός είμαι. Για την ιστορία σας αναφέρω ότι το έγραψα μετά την επιτυχία του “Ιλισού”, όταν μια μέρα κουβεντιάζοντας με κάτι φίλους τους είπα: Αφού σας αρέσει ο “Ιλισός”, θα γράψω και κάτι για τον Υμηττό. Τίποτα άλλο. Κάθε τραγούδι είναι ένα παιχνίδι με λέξεις και, επειδή έχω συνείδηση, φροντίζω να βγαίνει ένα καλό παιχνίδι. Επίσης, θα ήθελα να τονιστεί ότι, όταν υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία μέσα στα τραγούδια, το θεωρώ γελοία ιστορία και την αφήνω για τους υπόλοιπους συνθέτες του είδους. Επαναλαμβάνω ότι τα τραγούδια μου δεν έχουν καμία σχέση με την προσωπική μου ζωή. Το ότι βρίσκονται άνθρωποι που θέλουν να βλέπουν κάτι διαφορετικό ή κάτι πέρα από αυτό στα τραγούδια, λυπάμαι, αλλά αποτελούν μια ηλίθια μειοψηφία κοινού, η οποία επιμένει να τρέφεται με χυδαιολογίες. Ελπίζω ότι η μεγάλη μερίδα του κοινού είναι υγιής, φύσει και θέσει, ώστε να μην θέλει να πιστεύει, ακούγοντας τον “Υμηττό”, ότι μπορεί να υπάρχει εκεί ψηλά ένα μυστικό».

Επιστρέφοντας στα «Παιδιά του Πειραιά», είναι βέβαιο ότι το παραπάνω τραγούδι δεν αγαπήθηκε ποτέ από τον πνευματικό του πατέρα, αφού του δημιούργησε μια σειρά ανεπιθύμητων «προβλημάτων». Πριν ακόμη το Όσκαρ, είχε κάνει προσφυγή εναντίον του ο Ισπανογάλλος συνθέτης Λουίς Γκαστέ, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη μελωδία αποτελούσε αντιγραφή του έργου του «Ο χορός των Βαλεαρίδων». Μάλιστα, ο Χατζιδάκις θυμώνει με την ευκολία που οι ελληνικές εφημερίδες προέβαλαν τις αβάσιμες αυτές θέσεις: «Καλό θα είναι οι εφημερίδες που τότε έγραψαν με κεφαλαία γράμματα την είδηση ότι εισάγομαι σε δίκη, να γράψουν επίσης με κεφαλαία ότι η προσφυγή του Γκαστέ απορρίφθηκε και από το Εφετείο ακόμη, πριν καλά-καλά αρχίσει η δίκη. Διότι δεν μπορεί η κακεντρέχεια να διαθέτει μεγάλα γράμματα και η αλήθεια να διαθέτει μικρά στοιχεία. Αυτά για τις εφημερίδες που εξακολουθούν να αγαπούν την αλήθεια».

Ο κορυφαίος μας συνθέτης υποστήριζε πάντα ότι «Τα παιδιά του Πειραιά» ακολούθησαν αντίθετη πορεία με αυτή των προθέσεών του, προσδίδοντας μια «ανεπιθύμητη λαϊκότητα» στο έργο του. Εκνευριζόταν πολύ όταν στο εξωτερικό έπαιζαν τιμητικά τη μουσική του Όσκαρ και δεν μπορούσε να το κρύψει. Όταν βρέθηκε μαζί με τη Μαρία Κάλλας σ’ ένα παρισινό εστιατόριο το 1963, ήρθαν δίπλα τους τέσσερις μουσικοί παίζοντας τον διάσημο ρυθμό. Η Κάλλας, σαν φιλοφρόνηση, άρχισε να το τραγουδάει και, όταν τελείωσε, ο Χατζιδάκις της είπε: «Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια του κόσμου θα τραγουδούσε τόσο μέτρια αυτό το μέτριο τραγούδι», εννοώντας ότι ακόμη και αυτή «υπέκυψε στη διάσημη ασημαντότητα του συγκεκριμένου τραγουδιού».

Ακόμη και οι απολαβές του για τη σύνθεση, που συμπεριλήφθηκε το 1987 στο Αμβούργο στα δέκα εμπορικότερα τραγούδια του 20ού αιώνα, δεν είχαν καμία σχέση με αυτό που ο καθένας φαντάζεται. Λέγεται ότι, στην προσπάθειά του να απαλλαγεί από τις συνέπειες της ενοχλητικής εμπορικής επιτυχίας, πούλησε τα πνευματικά του δικαιώματα έναντι ευτελούς ποσού για να φτιάξει –όπως λέει ο σεναριογράφος Γιώργος Λαζαρίδης– τα δόντια του…
Σε συνέντευξη–συνομιλία του με τον Αλέκο Λιδωρίκη το 1968, στην ερώτηση του δεύτερου για τις απολαβές του από «Τα παιδιά του Πειραιά» αναφέρει: «Ας μην μιλάμε καλύτερα γι’ αυτά! Μου έχουν κοστίσει πολλούς πονοκεφάλους…» Ο μύθος λέει ότι το περιζήτητο αγαλματάκι διασώθηκε την τελευταία στιγμή από τη χωματερή, όταν η αδελφή του, Μιράντα, διαπίστωσε ότι οι σακούλες σκουπιδιών είχαν ασυνήθιστα μεγάλο βάρος. Παρέμεινε έντρομο στο σπίτι της αδελφής του μέχρι τον θάνατό του και τώρα λέγεται πως βρίσκεται ανακουφισμένο σε κάποια βιτρίνα, με γυρισμένη την πλάτη, έχοντας δίπλα του μια φιγούρα του Καραγκιόζη…

