Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για το ότι απαίτησε και έλαβε χρηματικό ποσό ύψους 3.000 ευρώ από τη σύζυγο ασθενούς που είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση.
Στον κατηγορούμενο επιβλήθηκε και χρηματική ποινή ύψους 30 χιλιάδων ευρώ, αλλά και εγγυοδοσία 20.000 ευρώ.
Το δικαστήριο τον καταδίκασε χωρίς κανένα ελαφρυντικό για δωροληψία, αδίκημα το οποίο ο ίδιος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι διέπραξε.
«Χαίρομαι που είναι καλά. Είναι τιμή για μένα που σώθηκε αυτό το περιστατικό. Ηταν μια εξαιρετικά δύσκολη επέμβαση. Πέταγα από τη χαρά μου και νόμιζα ότι αυτοί οι άνθρωποι θα ήταν ευγνώμονες. Αισθάνομαι πάρα πολύ πικραμένος και παγιδευμένος από την άλλη», είπε στην απολογία του.
Κατά την εξέταση του κατηγορουμένου, ο πρόεδρος επανήλθε στο ζήτημα της φερόμενης αναφοράς σε χρηματικό ποσό, ρωτώντας τον ευθέως αν είπε στην καταγγέλλουσα ότι «συνήθως παίρνω πέντε, αλλά για σένα θα πάρω τρία».
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι προέβη σε τέτοια δήλωση, διευκρινίζοντας ότι ουδέποτε ανέφερε πως θα λάβει 3.000 ευρώ. Oπως εξήγησε, αυτό που είπε ήταν ότι, λόγω της ιδιαίτερα μεγάλης επιτυχίας που είχε επιτευχθεί, όφειλε να παραθέσει ένα τραπέζι στους συνεργάτες του. Τόνισε δε ότι δεν ζήτησε απολύτως τίποτα και ότι η κυρία παρερμήνευσε τα λεγόμενά του.
Στη συνέχεια, ο πρόεδρος τον ρώτησε αν ζήτησε από την κυρία να πληρώσει εκείνη το τραπέζι. Ο κατηγορούμενος απάντησε εκ νέου αρνητικά, επιμένοντας ότι δεν ζήτησε καμία οικονομική συνδρομή.
Πρόεδρος: άρα της είπατε ότι θα κάνετε εσείς το τραπέζι στους άλλους; Η κυρία τι είπε σε αυτό;
Κατηγορούμενος: Η κυρία συμπεριφέρθηκε καλά, δεν έχω παράπονο. Δεν το είπα για να συνδράμει στο τραπέζι, το είπα από τη χαρά μου.
Πρόεδρος: Σας είπε ότι «αυτά μάζεψα», όμως…
Κατηγορούμενος: Βιαζόμουν, έπρεπε να πάω στο χειρουργείο και μέσα στη βιασύνη μου της είπα «κάνε ό,τι νομίζεις». Δεν κατάλαβα τι είχε μαζέψει. Εμείς που χειρουργούμε καρδιά είμαστε πολύ λίγοι και το άγχος μας είναι τεράστιο. Μετά από μια τέτοια επιτυχία, ούτε που είχα σκεφτεί να ζητήσω λεφτά. Πού να φανταστώ ότι είναι καλωδιωμένη, με προσημειωμένα χαρτονομίσματα.
Μάλιστα, εκτίμησε πως στοχοποιήθηκε λόγω ανταγωνισμού, λέγοντας στο δικαστήριο πως «εμείς οι καρδιοχειρουργοί είμαστε όλοι επιθετικοί άνθρωποι, είμαστε με τα μαχαίρια. Αμα θέλουμε καταστρέφουμε ο ένας τον άλλον. Δεν έχω αποδείξεις, έχω ενδείξεις. Εσωσα τον άρρωστο και δεν ζήτησα τίποτα. Εμένα με φωνάζουν Αγιο Παντελεήμονα. Η καρδιά είναι δώρο Θεού, δεν έχει ούτε χρήματα ούτε τίποτα. Ημουν ταγμένος να κάνω τον άνθρωπο καλά».
Εισαγγελική πρόταση
Την ενοχή του κατηγορουμένου γιατρού ζήτησε ο εισαγγελέας της έδρας. «Μετά από το διάλογο που καταγράφηκε η σύζυγος του ασθενούς έδωσε το ποσό, το οποίο βρέθηκε πάνω στον γιατρό με προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Λίγη σημασία έχει αν το ζήτησε αυτός ή όχι. Δεν αμφισβητείται η δεινότητα του ως γιατρού.
Δεν μπορώ να δεχθώ ότι έλαβε το ποσό επειδή συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον συγκεκριμένο ασθενή», ανέφερε μεταξύ άλλων ο εισαγγελικός λειτουργός.
Κατά την έναρξη της διαδικασίας κατέθεσε η καταγγέλλουσα η οποία περιέγραψε πώς έδωσε στον γιατρό τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα.
«Μου είπε εγώ για αυτήν τη δουλειά παίρνω 5.000, για σένα θα πάρω 3.000 ευρώ», είπε και συνέχισε: «Μόλις βγήκε από την εντατική ήρθε ο γιατρός και μου είπε “έλα στο γραφείο μου”. Εγώ του είπα ότι δεν τα είχα υπολογίσει αυτά τα χρήματα. Πήγα ξανά την επόμενη, του είπα “γιατρέ δεν είχα ενημέρωση για να ξέρω να τα υπολογίσω”. Μου είπε “δεν πειράζει όσα έχεις”. Του έδωσα τα χρήματα, δεν τα μέτρησε και μπήκαν οι αστυνομικοί».
Στη δίκη κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης του γιατρού τρεις ασθενείς του, οι οποίοι υποστήριξαν ότι ουδέποτε τους ζήτησε χρήματα αλλά και ένας δημοσιογράφος που υποστήριξε τη θέση πως ο κατηγορούμενος έχει στοχοποιηθεί από συναδέλφους του.

