Τόσο οι αντίπαλοι του Ισραήλ όσο και οι υποστηρικτές του μοιράζονται μια κοινή παρανόηση: ότι το Τελ Αβίβ έχει μια συνολική στρατηγική που καθοδηγεί την πολιτική εθνικής ασφάλειας.
Οι επικριτές του κατηγορούν το Ισραήλ ότι επιδιώκει κάποιο φαύλο σχέδιο, ενώ οι υποστηρικτές του λένε ότι προσπαθεί να καταστρέψει τον λεγόμενο «άξονα αντίστασης» του Ιράν και να επεκτείνει τις Συμφωνίες του Αβραάμ. Ομως, παρότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις πληροφοριών του Ισραήλ είναι συνήθως αρκετά καλά μελετημένες, σταθερά αποτυγχάνει να αναπτύξει μια συνολική πολιτική στρατηγική και να μεταφράσει τα στρατιωτικά κέρδη σε στρατηγικές πολιτικές.
Σημείο καμπής
Αυτή η αποτυχία εκδηλώθηκε σαφώς από τις 7 Οκτωβρίου 2023, καθώς το Ισραήλ σημείωσε στρατιωτικές επιτυχίες σε Γάζα, Λίβανο, Ιράν και βοήθησε στην κατάρρευση του καθεστώτος Ασαντ στη Συρία, αλλά δεν κατάφερε να τις μετουσιώσει σε στρατηγικά κέρδη. Και αυτό αποδεικνύεται από τους συνεχιζόμενους πολέμους του Ισραήλ σε Ιράν και Λίβανο, όπως και από το αδιέξοδο στη Γάζα, όπου η Χαμάς διατηρεί υπό έλεγχο το 47% της Λωρίδας. Επίσης, στη Συρία το Ισραήλ συνεχίζει να δίνει προτεραιότητα στα τακτικά κέρδη με τη μορφή ελέγχου στις νεοκαταληφθείσες περιοχές της Κουνέιτρα και του Τζαμπάλ αλ Σέιχ εις βάρος μιας συμφωνίας ασφαλείας που θα επέτρεπε τη συνεργασία κατά των πληρεξουσίων του Ιράν και θα άνοιγε τον δρόμο για την εξομάλυνση με τις νέες συριακές Αρχές.
Η αποτυχία του Ισραήλ να αναπτύξει μια σαφή στρατηγική δεν μπορεί να αποδοθεί στο τραύμα και τη σύγχυση μετά τις 7 Οκτωβρίου 2023, αλλά υπάρχει από την ίδρυσή του ως κράτος. Οι αιτίες αυτών των συνεκτικών αποτυχιών είναι διαρθρωτικές, με κύρια την πρωτοκαθεδρία του ισραηλινού στρατού για τον σχεδιασμό πολιτικής εθνικής ασφάλειας. Λόγω της ιστορίας του Ισραήλ, που λειτουργεί σε μια εξαιρετικά εχθρική περιοχή, το κατεστημένο ασφαλείας της χώρας είναι συνήθως το σώμα που εκτελεί πολιτική εθνικής ασφάλειας, με πολιτικά όργανα, όπως το ΥΠΕΞ, να διαδραματίζουν μόνο οριακό ρόλο.
Ετσι, οι υπουργοί είναι ανεπαρκώς ενημερωμένοι για την πολιτική εθνικής ασφάλειας και λαμβάνουν αποφάσεις που βασίζονται στις ιδεολογικές και τις πολιτικές προτιμήσεις τους. Ο στρατός είναι το πιο καλά εξοπλισμένο όργανο στο Ισραήλ, με μια μεγάλη υπηρεσία πληροφοριών και μια διεύθυνση σχεδιασμού, η οποία είναι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση στρατιωτικών επιχειρήσεων και όχι με τις διπλωματικές και πολιτικές συνιστώσες.
Το Ισραηλινό Εθνικό Προσωπικό Ασφαλείας (NSS) ιδρύθηκε το 1999 και επρόκειτο να γίνει το κύριο όργανο σχεδιασμού πολιτικής στο Ισραήλ, αλλά ποτέ δεν το έπραξε, λόγω της κυριαρχίας του ισραηλινού στρατού και των πολιτικών προτιμήσεων των πρωθυπουργών. Ετσι, όλοι οι ισραηλινοί πόλεμοι των τελευταίων ετών σχεδιάστηκαν από τη διεύθυνση σχεδιασμού, με ελάχιστη ή μηδενική συμβολή μη στρατιωτικών υπηρεσιών.
Δυσλειτουργίες
Το ισραηλινό Υπουργικό Συμβούλιο είναι δυσλειτουργικό, αφού είναι αμιγώς πολιτικό, χωρίς τη συμμετοχή τεχνοκρατών. Οι πολιτικοί επανεκλέγονται με βάση τη δημοτικότητά τους ανάμεσα στους ψηφοφόρους, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό αποσυνδεδεμένη από την ποιότητα των επιδόσεών τους ως υπουργών, πόσω μάλλον από τη χάραξη πολιτικής εθνικής ασφάλειας. Οι υπουργοί είναι ανεπαρκώς ενημερωμένοι για την πολιτική εθνικής ασφάλειας, δεν επενδύουν χρόνο στη μελέτη του υλικού του NSS και λαμβάνουν αποφάσεις που βασίζονται σε ιδεολογικές και πολιτικές εκτιμήσεις.
Τα διαρθρωτικά προβλήματα επιδεινώνονται περαιτέρω από τον αυξανόμενο εξτρεμισμό της ισραηλινής λαϊκιστικής Ακροδεξιάς, η άνοδος της οποίας προσωποποιείται στον Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και τους ακροδεξιούς υπουργούς, που κρίνονται επικίνδυνα αναρμόδιοι και ιδεολογικά καθοδηγούμενοι. Επιπλέον, η προσωπική προσπάθεια του Μπέντζαμιν Νετανιάχου να παραμείνει στην εξουσία υποβάθμισε περαιτέρω την ποιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου. Επί σειρά ετών, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός συμμετείχε σε μια συντονισμένη προσπάθεια να απομακρύνει από θέσεις εξουσίας ικανούς πολιτικούς που θα μπορούσαν να τον αμφισβητήσουν, όπως οι Γιάακοβ Γκαλάντ, Μοσέ Καλόν και Μοσέ Γιααλόν.
Επιδιώξεις
Αντ’ αυτών, οι τάξεις του κυβερνώντος κόμματος Λικούντ και του Υπουργικού Συμβουλίου γέμισαν με λαϊκιστές, που είναι ανεπαρκώς ενημερωμένοι και δεν αμφισβητούν τον Νετανιάχου. Στις συνεδριάσεις, τα μέλη της κυβέρνησης, αντί να συμμετάσχουν σε πολιτικό σχεδιασμό, διαρρέουν αμέσως δηλώσεις στα ΜΜΕ για δημόσια κατανάλωση. Στη δεκαετία του 1970, ο τότε Αμερικανός ΥΠΕΞ, Χένρι Κίσινγκερ, είχε πει ότι «το Ισραήλ δεν έχει εξωτερική πολιτική, παρά μόνο εγχώριο πολιτικό σύστημα» και αυτή η πραγματικότητα δεν έχει αλλάξει. Επειδή οι Ισραηλινοί υπουργοί είναι πολιτικοί που επιδιώκουν την επανεκλογή τους, η λήψη των αποφάσεών τους καθοδηγείται από τις εγχώριες πολιτικές εκτιμήσεις.
Αυτή η δυναμική διαδραματίστηκε ξεκάθαρα στην απόφαση του Ισραήλ να καταλάβει πέντε λόφους στο εσωτερικό του Λιβάνου, μετά την ολοκλήρωση του πολέμου του 2024, κατά παράβαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός. Ο Νετανιάχου έλαβε αυτήν την απόφαση υπό την πίεση των δημοτικών Αρχών ισραηλινών συνοριακών πόλεων και του υπουργού Οικονομικών, Μπεζαλέλ Σμότριχ, ο οποίος υπηρέτησε στον στρατό για λιγότερο από δύο χρόνια. Η επιμονή του Ισραήλ να παραμείνει σε αυτά τα σημεία δεν πήγαζε από στρατιωτικές εκτιμήσεις και η αδιαλλαξία του χρησίμευσε ως δικαιολογία για τη Χεζμπολάχ να αρνηθεί τη συνεργασία με το σχέδιο του λιβανικού στρατού παραδίδοντας τα όπλα της.
Η ισραηλινή εισβολή και η κατοχή της Νότιας Συρίας ενίσχυσαν περαιτέρω την αίσθηση στον Λίβανο και περιφερειακά ότι το Ισραήλ επιδιώκει να επεκτείνει τα εδάφη του, ανεξάρτητα από τις απειλές για την ασφάλειά του. Ετσι, οι ισραηλινές ενέργειες στη Συρία ανέτρεψαν τη θέση των Λιβανέζων, που πλέον υποστήριζαν ότι ο αφοπλισμός της Χεζμπολάχ θα οδηγούσε σε μόνιμη κατοχή του Νότιου Λιβάνου από το Ισραήλ.
ΑΣΑΦΕΙΣ ΘΕΣΕΙΣ
Στρατιωτική δράση χωρίς πολιτικό φινάλε
Η αποφυγή σαφώς καθορισμένων στόχων πολιτικής εξυπηρετεί τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Μια σαφής πολιτική θα προκαλούσε αντιδράσεις από μέλη του κυβερνητικού συνασπισμού που αντιτίθενται σε αυτήν. Αυτή η προτίμηση στην ασάφεια ήταν εμφανής στην πεισματική αποφυγή του Νετανιάχου να θέσει οποιοδήποτε σαφές όραμα για την επομένη του πολέμου στη Γάζα. Η πιο λογική εναλλακτική λύση αντί της Χαμάς, η Παλαιστινιακή Αρχή, απορρίφθηκε αμέσως από το Τελ Αβίβ, λόγω πολιτικών εκτιμήσεων. Ετσι, διατηρείται μια πολιτική που χωρίζει τη Δυτική Οχθη από τη Γάζα, η οποία διατηρείται υπό την κυριαρχία της Χαμάς. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται σε όλα τα μέτωπα: στρατιωτική δράση χωρίς πολιτικό φινάλε.

