Από εκεί και ύστερα, ο πρόεδρος Τραμπ ταυτίζεται πλήρως με την παραφρασμένη ρήση: “ήλθε, είδε και απήλθε”, χωρίς ουσιαστικά να προκύψει ένα απτό αποτέλεσμα για το περιεχόμενο της Συνόδου που είναι το μέλλον της Συμμαχίας, μίας Συμμαχίας που εδώ και αρκετά χρόνια διαβαίνει το (δικό της) Ρουβίκωνα. Άραγε, υπήρξαν χαμένοι και κερδισμένοι από μία “αψυχολόγητη” κατά τα άλλα Σύνοδο που λόγω του ενιαύσιου χαρακτήρα της ήταν προγραμματισμένη να γίνει;

Κερδισμένος προσωπικά ήταν ο πρόεδρος Ερντογάν, ωστόσο κάθε άλλο παρά κερδισμένη βρίσκεται “στο τέλος της ημέρας” η ίδια η Τουρκία. Αφού έγιναν οι σχετικές φιλοφρονήσεις ανάμεσα στους δύο προέδρους με τα φλας των φωτογράφων να παίρνουν “φωτιά” στα διάφορα διπλωματικής φύσης και αβρότητας ενσταντανέ τους, το τουρκικό κράτος εισέπραξε επί της ουσίας ένα γενναιόδωρο “περάστε στο τέλος του μηνός” για να δούμε τι μπορούμε ως ΗΠΑ να κάνουμε για εσάς… Ο Τραμπ ως άλλος “Μαυρογιαλούρος” (και κάθε άλλο παρά υποτιμητικά γράφεται, αντίθετα είναι ίδιον της Πολιτικής, ακόμα και της Διεθνούς) μπορεί ο λόγος του προς τον Τούρκο πρόεδρο να είχε πολλά “θα” και να δημιουργούσε κλίμα ευφορίας για τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, με επίκεντρο το θέμα των αμυντικών εξοπλισμών , ωστόσο στο τέλος της ημέρας, η στάση του ήταν καθαρά θεσμική και σύμφυτη με την ιδιότητά του, καθώς γνωρίζει, όπως πλέον είναι ευρύτερα γνωστό, ότι η οποιαδήποτε πρόθεση γίνεται πράξη με απόφαση των ανώτατων θεσμικών οργάνων των ΗΠΑ, με κυριότερο αυτό το Κογκρέσο.Και φυσικά από “Μαυρογιαλούρος”, όταν θα έρθει η απάντηση από το Κογκρέσο, τότε θα μετατραπεί σε έναν άλλο “Πόντιο Πιλάτο” απέναντι στο τουρκικό κράτος. Γιατί, δεν πρέπει να παραβλέπεται, εκτός των άλλων, ο παράγοντας Ισραήλ.
Τότε, εύλογα θα ρωτήσει κάποιος, αφού η Τουρκία βρίσκεται “στο περίμενε” όσον αφορά την “επαναφορά” της στο αμερικανικό, εξοπλιστικό πρόγραμμα, πώς μπορεί να θεωρηθεί, ότι προσωπικά ο Ερντογάν είναι από τους κερδισμένους της Συνόδου; Και η απάντηση είναι, ότι αναφέρομαι αποκλειστικά στο πρόσωπο και όχι στο Κράτος, Τουρκία. Σε μία χώρα που η πλειοψηφία του πληθυσμού βρίσκεται σε πλήρη μορφωτική αμάθεια, το οποιοδήποτε μήνυμα για αυτόν τον λαό προέρχεται από την εικόνα, δηλαδή αυτό που βλέπει στην τηλεόραση. Και στην τηλεόρασή του, ο κόσμος αυτός είδε έναν Τραμπ και έναν Ερντογάν να βαδίζουν αγκαζέ… Και στον Ερντογάν (και άλλωστε φάνηκε και στη θρασύτατη δήλωση που έκανε για το casus belli, ότι οι δύο λαοί δεν πρέπει να απασχολούνται με αυτό) ενδιέφερε να βγει στους πολίτες της χώρας του η εικόνα αυτή που είδαν μέσα από τα τηλεοπτικά δίκτυα ανάμεσα στον ίδιο και τον Τραμπ, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι το 2028 η γειτονική χώρα έχει προεδρικές εκλογές και σε μία χώρα πολυφυλετική, με κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα δεν εκλέγει/επιλέγει ηγέτη μία εθνική στρατηγική που αφορά την εξωτερική πολιτική, αλλά -και ιδίως σε έναν απαίδευτο λαό – η επικοινωνιακή διαχείριση των μαζών.Και αυτό το πεδίο, ως αποδεικνύεται τις τελευταίες δεκαετίες, ο Τούρκος πρόεδρος το κατέχει πολύ καλά.
Από εκεί και ύστερα, η ελληνική αποστολή με επικεφαλής τον Έλληνα πρωθυπουργό απέδειξε και κατέδειξε έμπρακτα ότι τα εθνικά συμφέροντα δεν περιφρουρούνται με βερμπαλισμούς και πράξεις -πυροτεχνήματα, ούτε με φθηνά διπλωματικά shows , αλλά αντίθετα με στοχευμένη στρατηγική διαχείριση και σχεδιασμό την κατάλληλη στιγμή και στον κατάλληλο χώρο, όπως και έγινε με την αναφορά από μέρους του για το παράνομο casus belli από μία συμμαχική χώρα σε μία άλλη. Και η διαφορά είναι, ότι εν προκειμένω με τις δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού στην Ολομέλεια της Συμμαχίας βγήκε κερδισμένο το Κράτος Ελλάδα, καθώς στόχος τού Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν αυτός και όχι η προσωπική του αυτοπροβολή και το προσωπικό του συμφέρον.Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έκανε show ενόψει των επικείμενων εθνικών μας εκλογών, αλλά αντίθετα θέλησε να διατρανώσει ανάμεσα σε συμμάχους και εταίρους την καταστατική αρχή του ΝΑΤΟ, ότι η ευημερία και η μακροημέρευση του Οργανισμού περνάει μέσα από τα ίδια τα μέλη της και τη μεταξύ τους σχέση που πρέπει να βασίζεται στον αλληλοσεβασμό…
Στους χαμένους συγκαταλέγονται τόσο η Ισπανία όσο και η Ιταλία για διαφορετικούς ωστόσο λόγους, καθώς -παρά το γεγονός ότι η αμερικανική πολιτική περνάει από τα ανώτατα θεσμικά όργανα της Πολιτείας – εντούτοις δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο δύο ισχυρά κράτη από πλευράς της αμυντικής βιομηχανίας τους, να έχουν προβλήματα με τον ηγέτη (δεν εξετάζω την ορθότητα της κατάστασης, αλλά το γεγονός ως γεγονός) του Κράτους που είναι επικεφαλής της νατοϊκής Συμμαχίας. Και ιδιαίτερα για μία Ισπανία που το τελευταίο διάστημα έχει πολλά εσωτερικής φύσης ζητήματα (από οικονομικά σκάνδαλα για τα οποία είναι υπόλογη η οικογένεια του πρωθυπουργού της μέχρι τα κοινωνικά ζητήματα από την αθρόα μετανάστευση).
Και τέλος, η Ευρωπαϊκή Ένωση ως Θεσμός προσπαθεί να βρει τα πατήματά της, προσπαθώντας “να χτίσει” μία ταυτότητα, την οποία όφειλε να δομήσει εδώ και δεκαετίες. Αυτό αντικατοπτρίστηκε για το πώς επενεργούν οι χώρες της, ταυτόχρονα κράτη -μέλη του ΝΑΤΟ.

