Οι δυο παραιτήσεις θεωρούνται έμμεση συνέπεια της αρνητικής έκβασης του δημοψηφίσματος για την μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος και, σύμφωνα με πληροφορίες, απαιτήθηκαν από την Μελόνι.
Ο Ντελμάστρο παραιτήθηκε λόγω του ότι, όπως αποκαλύφθηκε, στο παρελθόν ειχε ανοίξει εστιατόριο με την κόρη αχυρανθρώπου της μαφίας. Η δε Μπαρτολότσι, κατά την διάρκεια της εκστρατείας για το δημοψήφισμα, είχε παρομοιάσει τους δικαστές με «εκτελεστικά αποσπάσματα».
Η πρωθυπουργός της Ιταλίας, παράλληλα, ευχήθηκε να ακολουθήσει το παράδειγμα της Μπαρτολότσι και του Ντελμάστρο και η υπουργός τουρισμού Ντανιέλα Σαντανκέ. Πρόκειται για πολιτικό η οποία παραπέμφθηκε σε δίκη για πλαστό ισολογισμό ιδιωτικής της επιχείρησης και ερευνάται για υπόθεση που αφορά απάτη σε βάρος του Ιταλικού Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Προς το παρόν, σύμφωνα με πληροφορίες, η υπουργός τουρισμού στην Ιταλία δεν φέρεται διατεθειμένη να ακολουθήσει την σύσταση της Μελόνι. Τα μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης, τέλος, έχουν ζητήσει και την παραίτηση του υπουργού δικαιοσύνης Κάρλο Νόρντιο, ο οποίος έχει ήδη αναλάβει την πολιτική ευθύνη για την απόρριψη της μεταρρύθμισης της δικαιοσύνης από τους πολίτες.
Οι επικίνδυνες επιλογές της Μελόνι
Η ήττα της Τζόρτζια Μελόνι στο δημοψήφισμα για τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης στην Ιταλία έχει ωθήσει την Ιταλίδα ηγέτιδα στην πιο δύσκολη φάση της πρωθυπουργίας της, με την εξουσία της να έχει αποδυναμωθεί, το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεών της να έχει διαλυθεί και χωρίς εύκολο τρόπο να ανακτήσει την πρωτοβουλία.
Ο δεξιός συνασπισμός της πρωθυπουργού υπέστη μια συντριπτική ήττα στο δημοψήφισμα της 22ας-23ης Μαρτίου, δεχόμενος πλήγμα στο πολιτικό αήττητο που έχει καλλιεργήσει από τότε που ανέλαβε καθήκοντα το 2022.
Όταν ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα, η Μελόνι ξεκαθάρισε ότι δεν σκόπευε να παραιτηθεί, αλλά καμία από τις επιλογές της δεν φαίνεται ελκυστική, σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές που μίλησαν στο Reuters.
Το να κυβερνά σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα κινδυνεύει να την αφήσει μια πρωθυπουργό χωρίς αποτέλεσμα, με την αναιμική οικονομία να βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση και την εγγύτητά της με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να θεωρείται από τους δημοσκόπους ως αυξανόμενο μειονέκτημα.
Εναλλακτικά, θα μπορούσε να επιδιώξει να αναδιαμορφώσει τον εκλογικό νόμο για να προσπαθήσει να αυξήσει τις πιθανότητές της να κερδίσει τις επόμενες γενικές εκλογές, που έχουν προγραμματιστεί για το 2027, αλλά θα είναι εκτεθειμένη σε κατηγορίες για ανατροπή των κανόνων για να εξυπηρετήσει τα πολιτικά της συμφέροντα.
Μια τρίτη επιλογή θα μπορούσε να είναι οι πρόωρες εκλογές αυτή την άνοιξη, προτού οι πλήρεις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν πλήξουν την ήδη εύθραυστη οικονομία της Ιταλίας, ελπίζοντας να πιάσουν απροετοίμαστη την κατακερματισμένη κεντροαριστερή αντιπολίτευση.

