Σε συνέντευξή του στο CNN Türk και στην εκπομπή Tarafsız Bölge, ο Χακάν Φιντάν κατηγόρησε τον Νίκο Δένδια πως υπονομεύει τις προσπάθειες της ελληνοτουρκικής προσέγγισης και την επίλυση των «στρατηγικών προβλημάτων» ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία.
Ο Τούρκος ΥΠΕΞ ανέφερε ότι τόσο ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης εμφανίζονται, κατά την τουρκική πλευρά, πρόθυμοι να κινηθούν προς την κατεύθυνση του διαλόγου, σημειώνοντας ότι «έχουν τόσο την πρόθεση όσο και την ικανότητα» να προχωρήσουν την ελληνοτουρκική προσέγγιση και να αναζητήσουν λύσεις σε χρόνια προβλήματα.
Ωστόσο, όπως είπε ο Φιντάν, στο εσωτερικό της ελληνικής κυβέρνησης υπάρχουν «παράγοντες» που δυσχεραίνουν αυτή την πορεία, αναφερόμενος αναφέρθηκε ευθέως στον Νίκο Δένδια, τον οποίο παρουσίασε ως εκφραστή μιας πιο σκληρής γραμμής. Όπως υποστήριξε, η στάση αυτή αυξάνει το πολιτικό κόστος και λειτουργεί ως τροχοπέδη στη διαδικασία εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων. «Υπάρχει διάθεση για λύσεις, αλλά δεν είναι εύκολο να ληφθούν αποφάσεις όταν το πολιτικό κόστος μπαίνει μπροστά», είπε.
Πρόσθεσε πως «υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα, υπάρχει το ακροατήριο στο οποίο απευθύνονται και υπάρχει πολιτικός ανταγωνισμός που δεν δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την επίλυση τέτοιων στρατηγικών ζητημάτων».
Η αναφορά στα πυρηνικά
Αίσθηση προκάλεσε στη συνέντευξη η «απάντηση» του Τούρκου ΥΠΕΞ σχετικά με την πρόθεση ή μη της Τουρκίας να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Συγκεκριμένα, όταν ρωτήθηκε σχετικά ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας επέλεξε να χαμογελάσει αινιγματικά. Η απάντηση αυτή του τούρκου ΥΠΕΞ έρχεται σε μία περίοδο νέας κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών, μετά και τη λήξη της συνθήκης New START μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας. «Η διεθνής κοινότητα πρέπει να κάνει μια τεράστια πρόοδο όσον αφορά τα πυρηνικά όπλα. Υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Υπάρχει πυρηνική αδικία», τόνισε σε άλλο σημείο της συνέντευξής του.
Όταν πάντως ρωτήθηκε αν η Τουρκία πρέπει να διαθέτει πυρηνικά όπλα, ο Φιντάν απάντησε: «Αυτά είναι στρατηγικά ζητήματα υψηλού επιπέδου. Αυτά είναι ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης, ευρύτερης εικόνας».

