ΤΙΠΟΤΑ φοβερό και τρομερό δεν έγινε. Παρά τα όσα ισχυρίζονται εδώ και αρκετό καιρό υφιστάμενα και υπό κατασκευή κόμματα και κομματίδια, νυν, πρώην και επίδοξοι πολιτικοί αρχηγοί και αρχηγίσκοι. Παρά τα όσα «σεντόνια» γράφονται περί «προδοσίας» σε διάφορα αντιπολιτευόμενα μέσα ενημέρωσης.
ΕΙΝΑΙ αρκετοί οι πολιτικοί και οι δημοσιολόγοι, που κραύγαζαν πως δεν πρέπει να πάει ο πρωθυπουργός στην Αγκυρα, πως δεν πρέπει να συναντηθεί με τον πρόεδρο της Τουρκίας, πως δεν πρέπει να υπάρχουν ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας, πως δεν πρέπει να υπάρχουν «ήρεμα νερά». Κάποιοι εξ’ αυτών, μάλιστα, είχαν διατελέσει πρωθυπουργοί και στη θητεία τους, εννοείται, πως είχαν κάνει συναντήσεις με τον Ερντογάν. Δεν χρειάστηκε, βέβαια, να γίνει ούτε το δημοψήφισμα που πρότεινε η Μαρία Καρυστιανού, για να δώσουν οι πολίτες την «άδεια» στον πρωθυπουργό να πάει στην Τουρκία.
ΑΣ μην κοροϊδευόμαστε. Τα εθνικά θέματα αποτελούν ένα προνομιακό πεδίο για όσους εργαλειοποιοούν γεγονότα και καταστάσεις. Η σπέκουλα που γίνεται και οι θεωρίες συνωμοσίες που διακινούν κάποιοι γύρω από «μυστικές διαπραγματεύσεις» και «εθνικές υποχωρήσεις» αποτελούν το χείριστο και πιο επικίνδυνο είδος μικροκομματικής εργαλειοποίησης.
ΚΑΙ, ας επιστρέψουμε στην πραγματικότητα. Τι έγινε στην Αγκυρα; Πάνω κάτω ό,τι ήταν αναμενόμενο να συμβεί. Επιβεβαιώθηκε πως «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε» με την Τουρκία. Εγινε, όμως, και κάτι ακόμα. Εξαιρετικά σημαντικό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έγινε ο πρώτος Ελληνας πρωθυπουργός που έθεσε την άρση του casus belli μέσα στην Τουρκία. Και, επανέλαβε, ότι η μία και μοναδική διαφορά με τη γείτονα χώρα είναι ο καθορισμός των θαλασσίων ζωνών, δηλαδή ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση της Ν.Δ. παραμένουν συνεπείς στην εθνική κόκκινη γραμμή, που έχει χαραχθεί εδώ και δεκαετίες. Η Τουρκία, από την άλλη, επιμένει και φαντάζει απίθανο να αλλάξει στρατηγική στην αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Όπως ο Ερντογάν επιμένει να βαφτίζει προκλητικά «τουρκική» τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Κάτι που εννοείται πως δεν μπορεί να αποτελέσει βάση οποιονδήποτε συζητήσεων ή διαπραγματεύσεων.
ΑΠΟ εκεί και πέρα, όμως, συζητήθηκαν θέματα όπως το μεταναστευτικό, αλλά και ζητήματα «χαμηλής πολιτικής» όπως οι εμπορικές σχέσεις και η συνεργασία σε τομείς, που δεν έχουν σχέση με τη μεγάλη και, προφανώς, άλυτη διαφωνία Ελλάδας – Τουρκίας.
ΕΙΝΑΙ, όμως, καλύτερο να υπάρχουν ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας, από το να μην υπάρχει καν κάποιο σημείο επαφής. Είναι καλύτερο να υπάρχουν όσο είναι δυνατόν «ήρεμα νερά» χωρίς τουρκικές παραβιάσεις και προκλήσεις, παρά να υπάρχει ένταση, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποιο θερμό επεισόδιο.
ΚΑΙ, όλα αυτά την ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη ενισχύει σημαντικά τις Ενοπλες Δυνάμεις με τα αναβαθμισμένα F-16, την παραγγελία των F-35 -η Τουρκία παραμένει εκτός προγράμματος των ΗΠΑ-, την παραλαβή των φρεγατών Belharra, την παραγωγή drones και τη δημιουργία του αντιπυραυλικού θόλου, ενώ έχει αναβαθμίσει διπλωματικά την Ελλάδα και προχωρά σε ανανέωση των στρατιωτικών συμφωνιών με ΗΠΑ και Γαλλία.