Η αλήθεια είναι ότι το πολιτικό σκηνικό στα αριστερά της Νέας Δημοκρατίας έχει μπερδευτεί αρκετά. Λογικό, λοιπόν, να βρίσκεται σε σύγχυση το ΠΑΣΟΚ ή για την ακρίβεια να μπερδεύονται τα στελέχη που βρίσκονται στα υψηλά κλιμάκια γύρω από την ηγεσία.
Ο Χάρης Δούκας άφησε ορθάνοιχτο το παράθυρο για συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, με μοναδικό σκοπό να αποτρέψει μία τρίτη κυβερνητική θητεία της Νέας Δημοκρατίας. Η Αννα Διαμαντοπούλου πρόσφατα είχε πει πως αντίπαλος του ΠΑΣΟΚ μέχρι τις εκλογές είναι η Ν.Δ., αλλά από εκεί και πέρα τα ποσοστά θα δείξουν τι πρέπει να γίνει για να έχει η χώρα κυβέρνηση. Βέβαια, ως έμπειρη πολιτικός, συμπλήρωσε πως καμία αξιωματική αντιπολίτευση δεν δεσμεύεται προεκλογικά ότι θα συνεργαστεί μετεκλογικά με το κυβερνών κόμμα. Την ίδια στιγμή, ο Νίκος Ανδρουλάκης τα βάζει με τις εταιρίες δημοσκοπήσεων επειδή δείχνουν υποχώρηση των ποσοστών του κόμματος.
Σε αυτό το σημείο να θυμίσουμε ότι το ΠΑΣΟΚ δεν αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση από τις εκλογές, αλλά προέκυψε μετά τις παραιτήσεις βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό ήταν που του έδωσε κοινοβουλευτικά τη δεύτερη θέση, άρα όταν ισχυρίζονται ότι μπορούν στις επόμενες εκλογές να κερδίσουν τη δεύτερη θέση (τον Μητσοτάκη είναι αδύνατον) θα πρέπει πρώτα να ξεπεράσουν τον εαυτό τους. Αλλά δεν είναι μόνο το ΠΑΣΟΚ που βρίσκεται στην κεντροαριστερή δίνη. Ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα έχουν όλοι οι υπόλοιποι, πρωτίστως εκείνοι που εμφανίζουν δυναμική στις πρώτες δημοσκοπήσεις.
Κατ’ αρχάς να πούμε ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για να βγουν ασφαλή συμπεράσματα. Η δημοσκοπική εμπειρία λέει ότι όλα τα νέα κόμματα, στην αρχή τουλάχιστον, εμφανίζουν ανεβασμένα ποσοστά και μετά ξεφουσκώνουν ή πέφτουν σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα.
Ομως, ακόμα και αν τα διατηρήσουν, θα πρέπει να αναρωτηθούν για πόσο. Τα λεγόμενα κόμματα διαμαρτυρίας, όπως είναι η Ελπίδα της Μαρίας Καρυστιανού ή οι ξαναβαφτισμένοι σχηματισμοί όπως του Αλέξη Τσίπρα, ποντάρουν στις εύκολες ψήφους. Αυτές που προκύπτουν από το θυμικό και την αντίδραση. Που δεν βασίζονται ούτε σε κάποιο πρόγραμμα ούτε πείθουν με το σχέδιό τους (αν υπάρχει) για την επόμενη μέρα. Οι εύκολες ψήφοι εύκολα χάνονται. Σε αντίθεση με τη σχέση εμπιστοσύνης που χτίζεται δύσκολα, σταδιακά και βήμα βήμα με τους πολίτες. Μία σχέση που βασίζεται στα θεμέλια της συνέπειας μεταξύ λόγων και πράξεων και στη θετική ατζέντα.





















