Η ΒΑΡΥΣΗΜΑΝΤΗ παρέμβαση του πρωθυπουργού για το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, ως προεδρεύοντος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, με αφορμή τη συζήτηση με θέμα «Διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας: Αναδυόμενες τεχνολογίες και θαλάσσια ασφάλεια», αποτέλεσε μια κίνηση υψηλής στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα και τα εθνικά μας δίκαια, για την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και γενικότερα για την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια κοινότητα.
ΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε ένα διττό, και ξεκάθαρο, μήνυμα προς όλους σχετικά με το παράνομο και ανυπόστατο τουρκολιβυκό μνημόνιο που παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Πρώτον, ότι «η γεωγραφία δεν ξαναγράφεται ούτε σβήνεται από τον χάρτη με μονομερείς υπογραφές που στερούνται κάθε νομικής βάσης». Και, δεύτερον, ότι «η Ελλάδα δεν πρόκειται να δεχθεί τετελεσμένα που βασίζονται στη φαντασίωση μιας “Γαλάζιας Πατρίδας”».
ΓΙΑΤΙ η πρόσφατη κύρωση αυτού του νομικού κατασκευάσματος και από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, δηλαδή από την πλευρά Χαφτάρ, που, ως γνωστόν, μέχρι πρότινος ήταν αντίθετη στη συμφωνία της κυβέρνησης της Τρίπολης με την Τουρκία, μπορεί να μην παράγει κανένα απολύτως έννομο αποτέλεσμα έναντι τρίτων χωρών, ωστόσο αποτελεί μια πολιτική και διπλωματική κίνηση κλιμάκωσης, καθώς και μια προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων εκ μέρους της Αγκυρας, η οποία μπορεί να το χρησιμοποιεί στις διμερείς σχέσεις της με τη Λιβύη, παρότι και η ίδια γνωρίζει πολύ καλά ότι το παράνομο μνημόνιο δεν μπορεί να μεταβάλει το νομικό καθεστώς της περιοχής και, όπως είπε χαρακτηριστικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν γίνεται να αλλάξει τη γεωγραφία.
ΤΟ ΛΕΓΟΜΕΝΟ «τουρκολιβυκό μνημόνιο» επιδιώκει να οριοθετήσει αυθαίρετα θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας, παραβιάζοντας κατάφωρα τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας και το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Γι’ αυτό και η ηχηρή παρέμβαση του πρωθυπουργού από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, για την πλήρη διεθνοποίηση του ζητήματος, καταδεικνύει ότι η συμπεριφορά της Τουρκίας συνιστά σοβαρή πρόκληση που δοκιμάζει την αντοχή των διεθνών κανόνων και των αρχών του Καταστατικού Χάρτη του Οργανισμού και δεν αποτελεί μια απλή διμερή διαφορά. Παράλληλα, όμως, αναδεικνύει συνολικά τις αναθεωρητικές τάσεις της Αγκυρας ως απειλή για την παγκόσμια ειρήνη και τη σταθερότητα.





















