Τώρα ο 45χρονος κεντροδεξιός Ούγγρος πολιτικός θα πρέπει να βρει τρόπο να λύσει τον κύβο του Ρούμπικ που εφηύρε ο διάσημος ομοεθνής του. Δηλαδή, να ταιριάξει όλες τις πλευρές έτσι ώστε, όταν φτιάχνει τη μία, να μην χαλάει η άλλη. Θα πρέπει κατ’ αρχάς να υλοποιήσει όσα υποσχέθηκε στα εκατομμύρια πολιτών που έσπευσαν μαζικά στις κάλπες για να διώξουν τον Ορμπαν (συμμετοχή-ρεκόρ 77,8%). Θα πρέπει, επίσης, να αποκαταστήσει το δημοκρατικό κύρος και το κράτος δικαίου της χώρας του και να συνεργαστεί με τις Βρυξέλλες με τρόπο που θα ξεκλειδώσει τα κονδύλια που είχαν κλειδωθεί ως «τιμωρία» στο καθεστώς Ορμπαν. Τέλος (ή αρχή) θα πρέπει να «αποορμπανοποιήσει» τη χώρα. Εδώ πρέπει να ρίξει πολλή δουλειά, αφού στα 16 χρόνια που έμεινε στην εξουσία ο άλλοτε πολιτικός του μέντορας σάρωσε τα πάντα: Σύνταγμα, νόμους, Μέσα Ενημέρωσης, Δικαιοσύνη, Δημόσια Διοίκηση.
Στη νίκη Μάγιαρ δόθηκαν πολλές ερμηνείες. Αλλοι είδαν στο πρόσωπό του μια ακόμα ρωγμή στο ακροδεξιό ευρωπαϊκό μέτωπο. Αλλοι είπαν πως οι Ούγγροι θα μπορούσαν να ανεχτούν πολλά, αλλά όχι κάποιον που τους έδενε σε ένα άρμα από το οποίο έχυσαν αίμα για να αποκολληθούν: Το άρμα της Ρωσίας. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν ήθελαν ούτε το άρμα της Αμερικής υπό τον Τραμπ. Η ήττα Ορμπαν χρεώνεται εξίσου σε Μόσχα και Ουάσιγκτον, αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις και την ανατροπή των ισορροπιών όπως τουλάχιστον τις ξέραμε για δεκαετίες. Πλέον κανείς δεν μπορεί να ορίσει με ασφάλεια τις «διαχωριστικές» γραμμές ανάμεσα σε αυτό που κάποτε ονομάζαμε Δύση και Ανατολή, ανάμεσα στον ελεύθερο κόσμο και τα απολυταρχικά καθεστώτα.
Και αν οι περιπτώσεις Πούτιν και Τραμπ είναι αυτές που θολώνουν το τοπίο, η Ευρώπη είναι αυτή που αρχίζει να το ξεκαθαρίζει. Εστω και μέσα από τη μεγάθυμη νωχελικότητά της, που επιτέλους αρχίζει να μετατρέπεται σε κάτι περισσότερο από κυριακάτικο ξύπνημα.