Η πιο σκληρή στάση της Ε.Ε. στο θέμα της χορήγησης ασύλου είναι πλέον γεγονός. Και προέκυψε όχι μόνο επειδή η Ευρώπη ανησύχησε για το μέλλον, την ασφάλεια και τη συνοχή των κοινωνιών της, αλλά και λόγω του ότι οι συντηρητικοί του Ευρωκοινοβουλίου έγειραν, στο θέμα αυτό, όχι προς την πλευρά των παραδοσιακών συμμάχων τους (Σοσιαλιστές, Φιλελεύθεροι, Πράσινοι), αλλά προς δεξιότερες πτέρυγες με πιο σκληρές θέσης στο Μεταναστευτικό.
Πρακτικά τώρα, στον κατάλογο των ασφαλών χωρών προέλευσης περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το Μπανγκλαντές, η Κολομβία, η Αίγυπτος, το Κόσοβο, η Ινδία, το Μαρόκο και η Τυνησία. Επιπλέον, χώρες που βρίσκονται σε διαδικασία ένταξης, όπως η Τουρκία και η Γεωργία, αντιμετωπίζονται επίσης ως ασφαλείς, με ορισμένες εξαιρέσεις. Ταυτόχρονα, τα κράτη-μέλη έχουν τη δυνατότητα να καταρτίζουν και δικούς τους εθνικούς καταλόγους ασφαλών χωρών, ενισχύοντας έτσι τα συστήματα ασύλου με ένα πιο αυστηρό αλλά και πιο ευέλικτο πλαίσιο απόρριψης αιτήσεων.
Πρόκειται, ασφαλώς, για μια στρατηγική στροφή, την οποία ο Ιταλός συντηρητικός ευρωβουλευτής, Αλεσάντρο Σιράνι, χαρακτήρισε με τον πιο επίσημο τρόπο ως «πολιτικό σημείο καμπής στη διαχείριση του Μεταναστευτικού». Σίγουρα, εκτός από τις ρυθμίσεις περί «ασφαλών χωρών» και τις πρακτικές εφαρμογές τους, είχε στο μυαλό του το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα κατέφυγε σε μια διαφορετική πλειοψηφία, δεξιότερη αυτή τη φορά. Επιβεβαιώνονται δύο πολιτικά συμπεράσματα όσον αφορά την ευρωπαϊκή τάση στο συγκεκριμένο θέμα.
Πρώτο, ότι το Μεταναστευτικό, για μία ακόμα φορά, αποτέλεσε την αφετηριακή γραμμή αντιπαράθεσης και πόλωσης των κομμάτων της Ευρωβουλής. Σύμφωνα με τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές, θα έκανε κανείς λόγο για Δεξιά με Ακροδεξιά και Κέντρο με Αριστερά.
Δεύτερο, ότι μπορεί αυτές οι διαχωριστικές γραμμές να υπάρχουν και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά ουσιαστικά καταργούνται μπροστά στην ανάγκη αντιμετώπισης μιας δύσκολης πραγματικότητας, των αναγκών μιας «ρεάλ πολιτίκ» που επιβάλλεται από τις διεθνείς συγκυρίες.
Οι διατάξεις περί «ασφαλών χωρών», όταν θα λάβουν και την τυπική έγκριση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, θα ανοίξουν επισήμως τον δρόμο, ώστε τα κράτη-μέλη να μπορούν πολύ πιο εύκολα να απορρίπτουν αιτήσεις ασύλου ως αβάσιμες ή να επιστρέφουν αιτούντες σε τρίτες χώρες, ακόμη και αν αυτοί δεν έχουν ζήσει ποτέ εκεί, εφόσον η χώρα χαρακτηρίζεται «ασφαλής».
Για την Ελλάδα, ως χώρα εισόδου της Ευρώπης αλλά και εξόδου από αυτήν, αυτή η νέα προσέγγιση της θεσμοθέτησης της ασφαλούς τρίτης χώρας ίσως και να μην είναι τόσο βολική, όσο ακούγεται, για το πλαίσιο αντιμετώπισης της παράνομης μετανάστευσης. Από τη μία πλευρά, θα διευκολύνει την επιστροφή όσων δεν δικαιούνται διεθνούς προστασίας και έτσι περιορίζει τις προσδοκίες για μετακίνηση προς τον ευρωπαϊκό Βορρά. Από την άλλη πλευρά, όμως, η χώρα μας θα πρέπει να εντείνει τις πιέσεις και προς την Ε.Ε. -κάτι που ήδη κάνει- ώστε να διασφαλίσει ότι δεν θα μετατραπεί σε μόνιμο χώρο στάθμευσης πληθυσμών που άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θα επιχειρήσουν να προωθήσουν προς τις «ασφαλείς χώρες».